Donnerstag, 10. Februar 2022

ΕΛΛΗΝΕΣ ΠΙΟΝΙΕΡΟΙ ΣΤΗΝ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑ.

 Η κάθε χώρα και κάθε επιστήμη έχει τους πρωτοπόρους της. Στην Αρχαιολογία, κάποιοι εξ΄αυτών ήσαν οι Heinrich Schliemann, Flinders Petrie, Leonard Woolley, Arthour Evans . Όλοι τους σχεδόν έχουν παρουσιαστεί στις σελίδες του ιστολογίου. Η επιστήμη της Αρχαιολογίας όμως είχε και εγχώριους πρωτοπόρους. Οι κατ΄ εμάς σημαντικότεροι που έδρασαν λίγες δεκαετίες μετά την ίδρυση του νεοελληνικού κράτους ήσαν οι μεταξύ τους σύγχρονοι Χρήστος Τσούντας (1857-1934) και Παναγιώτης Καββαδίας (02/05/1850-20/07/1928).

Ο Χρήστος Τσούντας σε νεαρή ηλικία

 Ο Θρακιώτης Χρήστος Τσούντας (ο τόπος γέννησής του ανήκει σήμερα στο βουλγαρικό κράτος) σπούδασε αρχαιολογία και φιλολογία σε Μόναχο και Ιένα. Από την Ιένα παρέλαβε στα 1880 το διδακτορικό του. Την ίδια χρονιά διορίστηκε Γενικός ¨Εφορος Αρχαιοτήτων. Μεταξύ 1904-1924 δίδαξε Αρχαιολογία στο ΕΚΠΑ. Εκεί υπήρξε δάσκαλος πολλών μετέπειτα φημισμένων αρχαιολόγων, όπως των Χρήστου και Σέμνης Καρούζου, Σπυρίδωνος Μαρινάτου, Γεώργιου Μυλωνά κ.α. Μεταξύ 1926-1927 δίδαξε στο ΑΠΘ.

Ο Χρήστος Τσούντας σε προχωρημένη ηλικία

 Το ανασκαπτικό του έργο υπήρξε πλουσιώτατο. Ανέσκαψε στην βοιωτική Τανάγρα το 1877 και στην Ακρόπολη των Αθηνών το 1884. Τα έτη 1880-1891 διεξήγε ανασκαφές στην Λακωνία (Βαφειό, Αμύκλες) και κατά τα έτη 1886-1910 στην Αργολίδα (Μυκήνες, Τίρυνθα). Οι σημαντικότερες όμως έρευνές του πραγματοποιήθηκαν μεταξύ 1889-1890 στις Κυκλάδες (ανακάλυψη νεκροπόλεων Σίφνου, Πάρου, Αντίπαρου, Αμοργού, Σύρου) και στα 1889-1903 στην Θεσσαλία (ανακάλυψη νεολιθικών οικισμών Σέσκλου και Διμηνίου). Ναι μεν ανακάλυψε ο Τσούντας σημαντικές θέσεις, όπως το Βαφειό και τις Αμύκλες, που θα δίναν έναυσμα στις επόμενες γενιές αρχαιολόγων - κάποιες εκ των οποίων μαθήτευσαν δίπλα του (π.χ. ο προαναφερόμενος Σ. Μαρινάτος που συνέχισε όντως το έργο του δασκάλου του στην Μεσσηνία) -, ναι μεν έβαλε μια τάξη στις ανασκαφές των Μυκηνών και Τίρυνθας, τις οποίες είχε ξεκινήσει ο Σλήμαν. Εργαζόμενος όμως υπό αντίξοες συνθήκες στα Κυκλαδονήσια (τον 19ο αιώνα οι Κυκλάδες δεν ήσαν ο τουριστικός παράδεισος που ξέρουμε σήμερα, καθώς τα ταξίδια με τα πλοία της εποχής ήσαν χρονοβόρα και διόλου εύκολα. Οι συνθήκες διαβίωσης στα νησιά ήσαν επίσης δύσκολες, με έλειψη βασικών αγαθών και πρώτων υλών, όπως το πόσιμο νερό) ανακάλυψε μια ιδιαίτερη πολιτισμική εξέλιξη εκεί, η οποία άκμασε ειδικά κατά την Πρώιμη Εποχή του Χαλκού (περίπου 2900-2000 π. Χ.) και έγινε αντιληπτή δια των εθίμων ταφής, των κεραμικών αγγείων, καθώς και των μαρμάρινων ειδώλων, που θα συνέχιζαν να ανακαλύπτονται κατά τις επόμενες δεκαετίες. Ο Τσούντας πρώτος μίλησε και έγραψε περί ενιαίου πολιτιστικού ορίζοντα στα νησιά αυτά, τον οποίο ονόμασε "Κυκλαδικό πολιτισμό" - όρος που έμεινε στην βιβλιογραφία. Οι δε ανασκαφές του σε Διμήνι και Σέσκλο πιστοποίησαν την ύπαρξη Νεολιθικής Εποχής (7000-3000 π. Χ. περίπου) στην Θεσσαλία ειδικά και στην ηπειρωτική Ελλάδα ειδικώτερα. Τα επόμενα χρόνια, κι άλλοι αρχαιολόγοι θα έβρισκαν αποδείξεις ύπαρξης νεολιθικών στρωμάτων σε διάφορες περιοχές της χώρας. Την διερεύνηση της Νεολιθικής στην Θεσσαλία θα επωμιστούν στον 20ο αι. πρώτα ο Δημήτριος Θεοχάρης και στην συνέχεια ο Γιώργος Χουρμουζιάδης.

Σημαντικές μονογραφίες του Τσούντα είναι "Αι Προιστορικαί Ακροπόλεις Διμηνίου και Σέσκλου . Βιβλ. της εν Αθήναις Αρχ. Εταιρείας (Αθήναι 1908)" και η "Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Τέχνης (Αθήναι 1928)".

Ο Παναγιώτης Καββαδίας

 Ο σύγχρονος του Τσούντα, Παναγιώτης Καββαδίας, κατάγεται από την Κεφαλλονιά, όπως (μάλλον συμπτωματικά) και οι μαθητές του Νικόλαος Πλάτων και Σπυρίδων Μαρινάτος. Ο Καββαδίας σπούδασε σε Αθήνα (ΕΠΚΑ) και Μόναχο. Στα 1879 διορίστηκε Έφορος Κυκλάδων και Ευβοίας, μεταξύ 1885-1909 υπήρξε Αναπληρωτής Γενικός Έφορος Αρχαιοτήτων, μέλος της "εν Αθήναις Αρχαιολογικής Εταιρείας" (όπως και ο Τσούντας), διευθυντής του Τμήματος Αρχαιοτήτων, το οποίο τότε υπαγόταν στο Υπουργείο Παιδείας. Τα έτη 1904-1922 δίδαξε Αρχαιολογία στο ΕΚΠΑ, όπως και ο Τσούντας.

 Ο Καββαδίας ίδρυσε πολλά μουσεία στην ελληνική επαρχία. Στα 1915 δημιούργησε το επιστημονικό περιοδικό "Αρχαιολογικόν Δελτίον", το οποίο συνεχίζει να εκδίδεται. Ανέσκαψε στην γενέτειρά του Κεφαλλονιά, αλλά και στην Επίδαυρο. Το σημαντικότερο όμως ανασκαπτικό του έργο διεξήχθει μεταξύ 1885-1890 στην Ακρόπολη των Αθηνών, εναν χρόνο μετά τον Τσούντα. Χάρη στον Καββαδία ευρέθησαν σημαντικά γλυπτά, όπως οι Κόρες, ο Μοσχοφόρος, ο Κριτίου παις. Ο Καββαδίας οργάνωσε με αυτά την μόνιμη έκθεση του Μουσείου Ακροπόλεως, αλλά και εκείνη του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου.

 Στις μονογραφίες του συμπεριλαμβάνονται η δίτομη "Προιστορική Αρχαιολογία (Αθήναι 1909)" και η επίσης δίτομη "Ιστορία της Αρχαίας Ελληνικής Τέχνης (Αθήναι 1916-1924)". Τα έργα αυτά, όπως και τα αντίστοιχα του Τσούντα, είναι γραμμένα σε καθαρεύουσα, με πλούσια εικονογράφιση και ασπρόμαυρες εικόνες. Συγκρίνοντας τις δυο Ιστορίες Αρχαίας Τέχνης των Τσούντα και Καββαδία, μπορεί κανείς να βρει περισσότερες ομοιότητες πέραν της γλώσσας και της εικονογράφησης. Και τα δυο εγχειρίδια είναι σε πρώτο επίπεδο χρονολογικά δομημένα, με κεφάλαια που ξεκινούν από την προιστορική εποχή. Σε ενα δεύτερο επίπεδο, εξετάζονται τομείς όπως η αρχιτεκτονική, η γλυπτική, η κεραμική, η μικροτεχνία. Είναι εκπληκτικό και συγκινητικό οτι και τα δυο πονήματα αφιερώνουν αρκετό χώρο στην μελέτη και ανάλυση των προιστορικών πολιτισμών, ειδικά του μινωικού και του μυκηναικού που ήσαν ακόμη στα σπάργανα τότε, όσον αφορά δεδομένα και ασφαλή πορίσματα. Το οτι οι δυο συγγραφείς αφιερώνουν χρόνο για να παρουσιάσουν και έργα από τις υστερότερες περιόδους (π.χ. αρχαική, κλασική, ελληνιστική εποχή) οφείλεται στο οτι στις μέρες τους δεν είχαν βρεθεί τόσα πολλά τέχνεργα όπως σήμερα, ούτε όμως η βιβλιογραφία ήταν ανεξάντλητη. Αντίθετα, στην σημερινή εποχή έχουμε πληρθώρα πληροφοριών, άρθρων, μονογραφιών, που καθιστά πολύ δύσκολη και χρονοβόρα την πλήρη και λεπτομερή καταγραφή, όσο κι αν βοηθάει η ανεπτυγμένη τεχνολογία.

 Το σημαντικότερο όλων όμως είναι, οτι η χώρα έβγαλε πιονιέρους στην συγκεκριμένη επιστήμη. Οι Καββαδίας και Τσούντας υπήρξαν σύγχρονοι και ίσως και συνεργάτες, μιας και περάσαν από την Εφορία Αρχαιοτήτων, θήτευσαν στην "Εν Αθήναις Αρχαιολογική Εταιρεία", υπήρξαν συνάδελφοι στο ΕΚΠΑ και ο ενας συνέχισε την ανασκαφή του άλλου στην Ακρόπολη των Αθηνών. Δεν γνωρίζουμε εαν υπήρξαν φίλοι. Το οτι και δυο τους συνέγραψαν βιβλία με παρόμοιο περιεχομένο για την Ιστορια της Αρχαίας Ελληνικής Τέχνης, αυτό, θα μπορούσε να είναι ενα αγκάθι στις σχέσεις τους, εαν υποθέσουμε οτι ο καθένας τους θεωρούσε τον εαυτό του καλύτερο, υποτιμούσε τους άλλους και έβρισκε προσβλητική την ύπαρξη δυο εγχειριδίων με το ίδιο θέμα. Αυτά όμως είναι ζητήματα που έχουν θέση στον κίτρινο τύπο...