Sonntag, 12. Juli 2026

ΠΟΡΠΕΣ ΑΤΤΙΚΟΒΟΙΩΤΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΪΜΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΣΙΔΗΡΟΥ.

 Σε προηγούμενο κείμενο του παρόντος ιστολογίου αναφερθήκαμε σε μια υποτιμημένη κατά κάποιο τρόπο κατηγορία έργων μικροτεχνίας, τους σφραγιδόλιθους. Περιοριστήκαμε στην χρήση των κατά την Εποχή του Χαλκού, αλλά θα πρέπει να επισημανθεί εδώ, οτι οι σφραγιδόλιθοι χρησιμοποιήθηκαν και σε υστερότερες χρονικές περιόδους. 

 Κατά την Πρώϊμη Εποχή του Σιδήρου στην Ελλάδα ωστόσο, και ειδικά κατά την Γεωμετρική και την Αρχαϊκή Εποχή, υπήρξε μια άλλη κατηγορία κοσμημάτων, η οποία όχι μόνο ήταν δημοφιλής, αλλά θεωρείται πολύτιμη λόγω της αρωγής της στην χρονολόγηση. Αυτή η κατηγορία τέχνεργων αφορά τις πόρπες (lat.: fibula/ - ae), ειδικές καρφίτσες, σαν τις σημερινές παραμάνες, οι οποίες χρησιμοποιούνταν για την στερέωση των ενδυμάτων, τόσο των ανθρώπων, όσο και των αγαλμάτων (ειδικά των ξόανων, των ξύλινων απεικονίσεων θεοτήτων δηλαδή). 

 

Εικ. 1

Εικ. 2

Εικ. 3

 Οι πόρπες βρίσκονται τόσο σε ταφές ως κτερίσματα, όσο και σε ιερά ως αναθήματα.  Υπάρχουν διαφόρων ειδών πόρπες, π.χ. οι ονομαζόμενες βιολόσχημες ή οκτώσχημες, οι τοξωτές, οι φυλλόσχημες - κατασκευασμένες από χαλκό, αλλά και από σίδηρο. Οι πιο διαδεδομένες ωστόσο, φέρονται να είναι οι λεγόμενες πόρπες "αττικοβοιωτικού" τύπου (εικ. 1-2, 4-10), ονομαζόμενες έτσι, επειδή τα πρώτα δείγματά τους ανακαλυφθήκαν στην Αττική και την Βοιωτία. Οι συγκεκριμένες πόρπες βέβαια, παρήγονταν και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, π.χ. στην Πελοπόννησο (εικ. 3-5, 10). Το χαρακτηριστικό τους είναι η πλατιά, ορθογώνια ή τετράγωνη επιφάνειά τους, πάνω στην οποία χαράσσονταν διάφορες παραστάσεις, όπως πτηνά, άλογα, πλοία, ανθρώπινες μορφές, μυθικά πλάσματα. Η σημασία τους επομένως είναι τεράστια, καθώς η εικονογραφία των συγκεκριμένων πορπών επιτρέπει όχι μόνο την χρονολόγησή τους, αλλά και την κατηγοριοποίησή τους σε εργαστήρια.

 

Εικ. 4

 
Εικ. 5

Εικ. 6

Εικ. 7

 Αυτό γίνεται κατανοητό με την παράθεση ορισμένων παραδειγμάτων: η περιοχή της κεντρικής Πελοποννήσου, η οποία είναι γνωστή ως Αρκαδία, θεωρείται ακόμη από τις πτωχότερες σε αρχαιολογικά ευρήματα. Όσο δε αφορά την μικροτεχνία, την κεραμεική, την γλυπτική, ακόμα δε και την αρχιτεκτονική, πιστεύεται οτι επιρροές από Άργος, Κόρινθο, Λακωνία, είναι εμφανείς στα αρκαδικά τεχνουργήματα. Αυτό δε, δεν αμφισβητείται, πολλώ μάλλον καθότι έχει αποδειχτεί η ύπαρξη εργαστηρίων, σχολών, καλλιτεχνικών τάσεων και στυλ στις προαναφερόμενες περιοχές. Πάρα ταύτα, η Αρκαδία έχει δώσει έλαχιστα δείγματα μικροτεχνίας (εικ. 4-7), τα οποία στηρίζουν τόσο την ύπαρξη των επιρροών αυτών, όσο και την ύπαρξη αρκαδικών εργαστηρίων (βλ. Galanis 2018 & Galanis 20222. Επίσης Δεπών 2020, Κίλιαν 1979, Schweitzer 1969, Sens 2002).


Εικ. 8


Εικ. 9-10

 

 Ειδικά στις πόρπες, πλην των παραδειγμάτων από τις εικ. 4-7, έχουμε και μια σχετικά πρόσφατη ανακάλυψη: στις αποθήκες του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου υπάρχουν 4 χάλκινες πόρπες, οι οποίες προέρχονται από τον Ορχομενό της Αρκαδίας (βλ. λεπτομέρειες σε: Galanis 2018 & Galanis 2022). Η μια εξ αυτών (εικ. 10) είναι πολύ καλά διατηρημένη. Τα δε μοτίβα της (άλογο από την μια και πλοίο από την άλλη όψη) συγκρίνονται κάλλιστα με την χρυσή πόρπη - πολύ σπάνιο, καθότι όπως προαναφέρθηκε, οι πόρπες κατασκευάζονταν κυρίως από χαλκό και από σίδηρο - από τον Κεραμεικό, η οποία φυλάσσεται στο Βρετανικό Μουσείο και αποτελεί τμήμα της συλλογής του Έλγιν (εικ. 9). Θα μπορούσε η ορχομένια πόρπη να προέρχεται από το ίδιο έργαστήριο με την χρυσή πόρπη του Κεραμεικού; Εαν ναι, ποιά από τις 2 πόρπες είναι εισαγώμενη; Φαίνεται επίσης η διαφορά της ορχομένιας (εικ. 10) με πόρπες από άλλες περιοχές της Αρκαδίας (εικ. 5) - και όχι μόνο της Αρκαδίας (εικ. 6-7): μολονότι τα θεματικά μοτίβα είναι το ίδιο, η τεχνοτροπία είναι διαφορετική. ¨Εχουμε επομένως διαφορετικούς καλλιτέχνες και πιθανόν διαφορετικά εργαστήρια. 

 Τα ανωτέρω βέβαια είναι ενδιαφέρουσες εικασίες, για την στήριξη των οποίων απαιτείται χρόνος και προσπάθεια να ξεπεραστούν γραφειοκρατικές συμπληγάδες (π.χ. προετοιμασία αιτήσεων, χορήγηση αδειών και οικονομικής ενίσχυσης). Ειδικά τα μουσεία και οι αποθήκες της ελληνικής επαρχίας είναι γεμάτα με θησαυρούς, οι οποίοι ακόμα και σήμερα δεν έχουν πλήρως καταγραφεί. Αξίζει επομένως τον κόπο να μελετηθούν τέχνεργα όπως οι αττικοβοιωτικές πόρπες της Πελοποννήσου και συγκεκριμένα της Αρκαδίας, ώστε να διαπιστωθεί εαν πράγματι ισχύουν όλα όσα αναφέρθηκαν στο κείμενο, περί επιρροών, τοπικών εργαστηρίων, στυλιστικών διαφορών κτλ.


ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΕΙΚΟΝΩΝ: 

Εικ. 1: J. S. Morrison - R. T. Williams, Greek Oared Ships (Cambridge 1968) σελ. 78 Arch 19   

Εικ. 2: NMA 3697 (https://arachne.dainst.org/)   

Εικ. 3: @ google photo 

Εικ. 4: B. Schweitzer, Die geometrische Kunst Griechenlands (Köln 1969) σελ. 217 εικ. 112 (Τεγέα Αρκαδίας)   

Εικ. 5 - 6: U. Sens, Zur landschaftlichen Einordnung spät- und subgeometrischen Plattfibeln, in: Boreas 25, 2002, σελ. 51 Nr. Α1 (Κλείτωρ Αρκαδίας, από την παν/κη συλλογή Halle, Inv. Nr. 85), σελ. 52 Nr. Α9 (Λαμία)     

Εικ. 7: R. Arndt in: C. Hattler (Ed.) Zeit der Helden. Εκθεσιακός κατάλογος BLM Karlsruhe (Darmstadt 2008) σελ. 174 Nr. 97

Εικ. 8: BM 1960, 1101.45 (Κεραμεικός, από Elgin Collection)

Οι εικ. 9-10 (ΝΜΑ 19052 α) προέρχονται από την ακόλουθη διδακτορική διατριβή:  

Galanis, P. Das arkadische Orchomenos in der Antike (Berlin 2022) 83d πιν. 61 εικ. 105c. Ηλ/κη δημοσίευση στην ιστοσελίδα της παν/κης βιβλιοθήκης του Humboldt-Universität zu Berlin.

Συγκρ. επίσης με το ακόλουθο άρθρο του ιδίου συγγραφέως:

„Der Bronzeschmuck aus der Grabung von Blum - Plassart (EFA, 1913) im arkadischen Orchomenos“, in K. Tausend (Hrsg.) Arkadien im Altertum. Geschichte und Kultur einer antiken Gebirgslandschaft. Beiträge des Internationalen Symposiums in Graz, 11-13 Februar 2016. A.R.G.E.I.A. 3 (Graz 2018) σελ. 301-302 F4, σελ. 310 εικ. 7 (F4).

Περαιτέρω βιβλιογραφία: 

Ε. Δεπών, Περόνες και Πόρπες. Μ. Α. Παν/μιο Αιγαίου (Ρόδος 2020) σελ. 26-30, 49-52, 78-84.

Κ. Κίλιαν, Αρκαδικές και Λακωνικές ιδιομορφίες στα χαλκά κοσμήματα της Υστέρας Γεωμετρικής Εποχής, σε: Πρακτικά του Α΄ Συνεδρίου Λακωνικών Σπουδών, Σπάρτη-Γύθειον, 7-11 Οκτωβρίου 1977. Λακωνικαί Σπουδαί 4, 1979, σελ. 33-38.