Sonntag, 19. Juli 2026

ΨΗΓΜΑΤΑ "ΟΜΗΡΙΚΗΣ" ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ.

 Με αφορμή την επίκαιρη ταινία του Νόλαν για την Οδύσσεια, αλλά και την έκθεση στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο για το βασίλειο του Νέστορα στην Πύλο θα γίνουν αναφορές στο παρόν κείμενο σε κάποια θέματα/ ζητήματα/ προβλήματα, τα οποία περιστρέφονται γύρω από την αποκαλούμενη "ομηρική" αρχαιολογία. 

 Σύμφωνα με την ενότητα 4 του Γ μέρους του σεμιναρίου "οι σκοτεινές πτυχές της αρχαιολογίας", ως ομηρική αρχαιολογία μπορούμε να ονομάσουμε την μελέτη και σύγκριση των αρχαιολογικών καταλοίπων της Υστερης Εποχής του Χαλκού και της Πρώϊμης Εποχής του Σιδήρου με τυχόν αντίστοιχες αναφορές στα δυο ομηρικά έπη, της Ιλιάδας και της Οδύσσειας δηλαδή. Η τάση ξεκίνησε με τις ανακαλύψεις του Ερρίκου Σλήμαν, ο οποίος προσπαθώντας να αποδείξει την ιστορικότητα των επών, έβλεπε παντού αντανακλάσεις των ομηρικών ποιημάτων. Κάποια στοιχεία είναι δικαιολογημένα εν μέρει: αναφέρονται λ.χ. οδοντόφρακτα κράνη, ορθογώνιες ασπίδες, πολεμικά άρματα συρόμενα από 2 άλογα, ανάκτορα - πράγματα που έχουν βρεθεί στο αρχαιολογικό υπόβαθρο της Ύστερης Εποχής του Χαλκού. Γίνονται αναφορές σε καύσεις νεκρών και Φοίνικες ναυτικούς - εμφανίζονται στο αρχαιολογικό context της Πρώϊμης Εποχής του Σιδήρου. Η πολύτομη σειρά "Archaeologia Homerica" σε επιμέλεια των F. Matz - H.-G. Buchholz είναι ενας εξαιρετικός οδηγός πλοήγησης και κατανόησης του πως τα ομηρικά κείμενα αντικατοπτρίζουν το αρχαιολογικό πλαίσιο. 

 Ο Σλήμαν είχε περιοδεύσει στα 1868 στην Μικρά Ασία και την Ελλάδα ψάχνοντας αποδείξεις για την ιστορικότητα των επών. Το επόμενο χρόνο κατέθεσε τις εντυπώσεις και έρευνες από το ταξίδι του υπό τον τίτλο "Ithaka, der Peloponnes und Troia" ως διατριβή στο πανεπιστήμιο του Rostock, το οποίο είναι σχετικά κοντά στην γενέτειρά του. Τον ίδιο χρόνο απέκτησε το διδακτορικό του από το πανεπιστήμιο, παντρεύτηκε την Ελληνίδα Σοφία Εγκαστρωμένου και στα 1870 ξεκίνησε την ανασκαφή του στον λόφο του Χισαρλίκ, όπου και πίστευε οτι θα βρεί την ομηρική Τροία. 

 Μολονότι πιστεύεται από την πλειονότητα του ακαδημαϊκού κόσμου οτι η πόλη (ή ποιό ορθά: οι στρώσεις 9 πόλεων από την Πρώϊμη Εποχή του Χαλκού) που βρέθηκε στο Χισαρλίκ θα πρέπει να ταυτίζεται με την Τροία, υπάρχουν εντούτοις ακόμα και στην σημερινή εποχή φωνές που ισχυρίζονται το αντίθετο. Μια εξ αυτών προέρχεται από τον αείμνηστο νομικό - συγγραφέα Βαγγέλη Πανταζή. Στο βιβλίο του "Όμηρος και Τροία" (εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 2006) ο συγγραφέας ισχυρίζεται οτι η Τροία που περιγράφει ο Όμηρος βρίσκεται περί τα 8 χλμ. ΝΑ του Χισαρλίκ.  

 Παρόμοια είναι και η περίπτωση του εντοπισμού της ομηρικής Ιθάκης και του ανακτόρου του Οδυσσέα. Ο Σλήμαν προσπάθησε ανεπιτυχώς να ανακαλύψει κάποιο ανάκτορο όταν πήγε στην Ιθάκη το 1868. Στα βόρεια του νησιού όμως έχουν εντοπιστεί λιγοστές σημαντικές θέσεις. Μια από αυτές είναι ενα σπήλαιο, το οποίο είχε χαρακτήρα ηρώου/ ιερού και στο οποίο βρεθήκαν κεραμική από την Εποχή του Χαλκού εως και τους ρωμαϊκούς χρόνους, ντόπια και εισηγμένη, ειδώλια, χάλκινα, λύχνοι, τρίποδες, νομίσματα, κοσμήματα κτλ. (βλ. M. Deoudi, Ithake: die Polis-Höhle, Odysseus und die Nymphen. Εκδ. University Studio Press, Θεσ/κη 2008). 

 Μια άλλη θέση είναι η λεγόμενη "Σχολή Ομήρου", την οποία ανέσκαπτε επί πολλά χρόνια το ζεύγος Παπαδόπουλου, αρχαιολόγοι καθηγητές του παν/μιου Ιωαννίνων. Η ανασκαφή συνεχίζεται υπό την διεύθυνση του Γιάννου Λώλου, καθηγητή στο ίδιο παν/μιο, σε συνεργασία με την Χριστίνα Μαραμπέα, αρχαιολόγο του ιδίου παν/μιου. Το ζεύγος Παπαδόπουλου θεωρούσε οτι βρήκε το ανάκτορο του Οδυσσέα. Οι νέοι ανασκαφείς θεωρούν οτι βρήκαν ιερό, το "Οδύσειον". Και ενα σχετικά εκτεταμένο κτηριακό σύμπλεγμα. Οι Λώλος - Μαραμπέα αποφεύγουν να κατατάξουν την κτηριακή εγκατάσταση των μυκηναϊκών χρόνων στα ανάκτορα. Θεωρούν πάντως πως, όπως και στην περίπτωση της σπηλιάς, έτσι και εδω υπάρχει ενας χώρος λατρείας προς τον Οδυσσέα από τους κλασικούς χρόνους και μετά. Σε αυτό συνηγορεί και η ανακάλυψη 3 πήλινων θραυσμάτων με αναγραφή του ονόματος του πλέον φημισμένου ομηρικού ήρωα.

 Φυσικά και σε αυτήν την περίπτωση υπάρχουν και άλλες γνώμες, οι οποίες θεωρούν οτι ο Όμηρος δεν περιγράφει στο έπος του την γνωστή Ιθάκη, αλλά την Κεφαλονιά. Η Κεφαλονιά, μεγάλο, εύφορο και πεδινό νησί, βρίσκεται δυτικότερα της Ιθάκης. Στην Κεφαλονιά δεν έχει εντοπιστεί μυκηναϊκό ανάκτορο, αλλά υπάρχουν 6-7 θολωτοί τάφοι στο εσωτερικό του νησιού. 

  Μια τρίτη υπόθεση εντοπισμού της ομηρικής Ιθάκης, προτείνει την Λευκάδα. Εισηγητής αυτής υπήρε ο μακροχρόνιος συνεργάτης του Σλήμαν, ο αρχιτέκτων Wilhelm Dörpfeld. Στις αρχές του 20ου αι., ο Dörpfeld ανασκάπτει στην θέση Στενό, στο Νυδρί Λευκάδας. Αντίς ανακτόρου, ανακαλύπτει 33 τύμβους, εκ των οποίων οι 2 έχουν διάμετρο 9,20 μ. ο ενας (R1) και 9,60 μ. ο άλλος (R26). Οι τύμβοι αυτοί χρονολογούνται στην Πρωτοελλαδική 2 (2700 - 2300 π. Χ.) [βλ. I. Kilian-Dirlmeier, Die bronzezeitlichen Gräber bei Nidri auf Leukas. RGZM-M 62 (Mainz 2005) VII, 1, 135. Σελ. 3 εικ. 2, σελ. 6 εικ. 3] και είναι πλούσιοι σε κτερίσματα. Σύμφωνα με την Kilian-Dirlmeier (2005, σελ. 155-164) το νησί βρισκόταν στο μεταίχμιο μεταξύ δυτ. Βαλκανίων και Αδριατικής, δεχόμενο έξωθεν επηρροές. 2 χλμ. ΒΔ από το Στενό, στους πρόποδες του όρους Σκάρος και συγκεκριμένα στην νότια παρειά, ο Dörpfeld ανακαλύπτει εναν ταφικό κύκλο της Μεσοελλαδικής Εποχής (2000 - 1600 π. Χ.) με πέτρινο περίβολο διαμέτρου 12,10 μ. Εντός του περιβόλου υπήρχαν 14 ορθογώνιοι κιβωτιόσχημοι τάφοι. 2 εξ αυτών (S4, S8) περιείχαν  εργαλεία και λίθινες αιχμές βελών (Kilian-Dirlmeier 2005, σελ. 47-54, 70-71, σελ. 48 εικ. 51, σελ. 148 εικ. 99).



 Ακόμα πιο συναρπαστική φαίνεται να είναι η αναζήτηση ομηρικών στοιχείων στην αρχαιολογία της Πελοποννήσου. Συγκεκριμένα, στον νομό Λακωνίας, τον οποίον δεν περίμενε κανείς οτι θα αποτελούσε "terra incognita". Κι όμως:  πολλοί μετετητές θέλουν να εντοπίσουν το "ανάκτορο του Μενέλαου και της Ελένης". Κάποιες θέσεις έχουν προταθεί από νότια προς βόρεια (βλ. χάρτες - εικ. 1-2 εντ.). Η νοτιότερη θέση είναι στον Άγιο Βασίλειο Ξηροκαμπίου, 12 χλμ. νοτίως της Σπάρτης, μεταξύ του ποταμού Ευρώτα και του όρους Ταύγετου. Η θέση ανασκάπτεται συστηματικά από το 2009 υπό την διεύθυνση των Αδαμαντία Βασιλογάμβρου - Νεκτάριου Καραδήμα - Σοφία Βουτσάκη, με συμμετοχή των Ιωάννας Μουτάφη, Ελίνας Καρδαμάκη, Βασίλη Πετράκη κ.α. Οι αρχαιολόγοι έχουν βρεί ανακτορικού τύπου κτίριο, εντός του οποίου εντοπίστηκαν πινακίδες Γραμμικής Β και θραύσματα τοιχογραφιών. Στα βόρεια του ανακτόρου ανασκάπτεται νεκροταφείο. Τόσο η ανασκαφή, όσο και η δημοσίευση αυτής βρίσκονται σε εξέλιξη.
  
  Βορειότερα του Αγ. Βασιλείου, πλησιέστερα στην πόλη της Σπάρτης, τις Αμύκλες - όπου και το ιερό του Απόλλωνος - και τον θολωτό τάφο του Βαφειού, βρίσκεται η θέση Μενελάϊον (βλ. εικ. 1-3 εντ.). Στον εκείθεν λόφο, ο Ludwig Ross ανέσκαψε στα 1834 ηρώο προς τιμή του Μενέλαου και της Ελένης. Μέλη της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής, εις εκ των οποίων ήταν ο Alan Wace, ανακαλύψαν ίχνη Υστεροελλαδικής εγκατάστασης στα 1909. Τον επόμενο χρόνο, ο τότε διευθυντής της Σχολής Dawkins, συνέχισε την ανασκαφή της μυκηναϊκής αυτής εγκατάστασης. 60 χρόνια αργότερα, ενας άλλος Βρετανός αρχαιολόγος, ο Hector Catling, ανέσκαψε στην θέση για λογαριασμό της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής. Ανακάλυψε 3 κτίσματα, εκ των οποίων το 1ο (Mansion I) το ερμηνεύει ως μυκηναϊκό "μέγαρο" του 1450 π. Χ. 10 μ. πιο μακρυά, βρήκε 2ο κτήριο (Mansion II), το οποίο ήταν σε χρήση μέχρι την Υστεροελλαδική ΙΙΙ Α 1. Ενα 3ο κτήριο (Mansion III) κατοικήθηκε κατά το τέλος της Υστεροελλαδικής ΙΙΙ Α 1. H ύπαρξη ανακτόρου στην θέση αυτή αμφισβητείται από πολλούς.
 
 Ενας εξ αυτών που αμφιβάλλουν για την ύπαρξη μυκηναϊκού ανακτόρου στο Μενελάϊον είναι ο πρώην ¨Εφορος Αρχαιοτήτων Αρκαδίας - Λακωνίας Θεόδωρος Σπυρόπουλος. Ο Σπυρόπουλος διεξήγε κατά την διάρκεια της θητείας του ανασκαφές στην Πελλάνα - την βορειότερη θέση εκ των 3 και σε σχεδόν ευθεία γραμμή (συγκρ. εικ. 1-3 εντ.). Η Πελλάνα βρίσκεται περί τα 27 χλμ. βόρεια της Σπάρτης. Στον λόφο "Παλαιόκαστρο", ο Σπυρόπουλος ανακάλυψε τις θεμελιώσεις 4 θολωτών τάφων και ενα μεγάλο κτήριο, το οποίο υποστηρίζει οτι πρέπει να είναι το ανάκτορο του Μενέλαου και της Ελένης. Το κτήριο περιείχε και πινακίδες Γραμμικής Β. Στην παρακείμενη θέση Σπηλιές - Πελεκητή, ο Σπυρόπουλος ανέσκαψε 5 θολωτούς τάφους, ο μεγαλύτερος εκ των οποίων φέρει διάμετρο 10 μ. Παρόμοιων διαστάσεων είναι και ο θολωτός του Βαφειού, που βρίσκεται νοτιότερα (βλ. εικ. 3 - συγκρ. και με το σεμινάριο για τις ταφές, κεφάλαιο 8). Ο θολωτός τάφος της Πελλάνας φέρει και την εξής ιδιορρυθμία: ο κύριος θάλαμός του είναι μεν κυκλικός, δείγμα οτι είναί πράγματι θολωτός. Η είσοδός του όμως έχει την μορφή θαλαμωτού. Η θόλος δεν σώθηκε δυστυχώς. Ακόμη χειρότερα, τα ευρήματα της Πελλάνας δεν έχουν δημοσιευτεί αναλυτικά και όπως θα έπρεπε. Το 2002 ο Σπυρόπουλος ανακοίνωσε οτι ο τάφος μπαζώθηκε και ο ίδιος συνταξιοδοτήθηκε χωρίς την δυνατότητα να συνεχίσει την ανασκαφή. Κατ΄αυτόν τον τρόπο χάνονται όχι μόνο σημαντικές πληροφορίες, αλλά και η δυνατότητα απάντησης ερωτημάτων, γιατί ο συγκεκριμένος τάφος παρουσιάζει αυτήν την ιδιομορφία και εαν αυτό το χαρακτηριστικό εμφανίζεται και σε άλλους τάφους της συγκεκριμένης κατηγορίας.  
 
 Αναφορικά με την ύπαρξη ανακτόρου στην Λακωνία, δεν είναι ασυνήθιστο να υπάρχουν περισσότερα του ενός σε μια περιοχή. Στην γειτονική της Λακωνίας Μεσσηνία, βρέθηκε και ανασκάπτεται συστηματικά εδώ και μερικά χρόνια υπό την διεύθυνση του Μιχάλη Κοσμόπουλου ενα ανάκτορο στην Ίκλαινα. Υπάρχει ήδη το ανάκτορο της Πύλου στον νομό Μεσσηνίας. Στην Αργολίδα υπάρχουν τα ανάκτορα των Μυκηνών και της Τίρυνθας. Στην Αττική, της Ελευσίνας και των Αθηνών. Στην Στερεά και την Θεσσαλία περιέργως, δεν υπάρχουν παρά μόνο τα ανάκτορα του Γλά, των Θηβών και της Ιωλκού παρά τον σημερινό Βόλο. Ανάκτορα δεν έχουν ανακαλυφθεί στα Επτάνησα, τις Σποράδες, τις Κυκλάδες και τα Δωδεκάνησα. Ούτε στην δυτική Ελλάδα (νομοί Ηλείας, Αχαϊας, Αιτωλοακαρνανίας, Θεσπρωτίας λ.χ.). Όσο για τους μνημειώδεις θολωτούς τάφους, δεν είναι κανόνας να βρίσκονται πάντα πέριξ των ανακτόρων. Στην Κεφαλονιά π.χ. υπάρχουν τέτοιοι τάφοι, αλλά δεν υπάρχει ανάκτορο. Ομοίως και στις Κυκλάδες (π.χ. Μύκονος, Τήνος). Παρόμοια κατάσταση επικρατεί και με κάποια μυκηναϊκά νεκροταφεία θαλαμωτών τάφων (π.χ. στα Αηδόνια Νεμέας, στην Ιαλυσό Ρόδου και αλλού). 
 
 Τα προαναφερόμενα είναι ενδεικτικά του ότι υπάρχουν ακόμα άλυτα προβλήματα στην αρχαιολογική επιστήμη, τα οποία συνδέονται και με τα ομηρικά έπη. Πρέπει να γίνουν αρκετά πράγματα, αλλά για να πραγματοποιηθούν, θα πρέπει να υπάρχει θέληση, οικονομικοί πόροι και υπομονή με την ελληνική κρατική γραφειοκρατία!
 

Sonntag, 12. Juli 2026

ΠΟΡΠΕΣ ΑΤΤΙΚΟΒΟΙΩΤΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΪΜΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΣΙΔΗΡΟΥ.

 Σε προηγούμενο κείμενο του παρόντος ιστολογίου αναφερθήκαμε σε μια υποτιμημένη κατά κάποιο τρόπο κατηγορία έργων μικροτεχνίας, τους σφραγιδόλιθους. Περιοριστήκαμε στην χρήση των κατά την Εποχή του Χαλκού, αλλά θα πρέπει να επισημανθεί εδώ, οτι οι σφραγιδόλιθοι χρησιμοποιήθηκαν και σε υστερότερες χρονικές περιόδους. 

 Κατά την Πρώϊμη Εποχή του Σιδήρου στην Ελλάδα ωστόσο, και ειδικά κατά την Γεωμετρική και την Αρχαϊκή Εποχή, υπήρξε μια άλλη κατηγορία κοσμημάτων, η οποία όχι μόνο ήταν δημοφιλής, αλλά θεωρείται πολύτιμη λόγω της αρωγής της στην χρονολόγηση. Αυτή η κατηγορία τέχνεργων αφορά τις πόρπες (lat.: fibula/ - ae), ειδικές καρφίτσες, σαν τις σημερινές παραμάνες, οι οποίες χρησιμοποιούνταν για την στερέωση των ενδυμάτων, τόσο των ανθρώπων, όσο και των αγαλμάτων (ειδικά των ξόανων, των ξύλινων απεικονίσεων θεοτήτων δηλαδή). 

 

Εικ. 1

Εικ. 2

Εικ. 3

 Οι πόρπες βρίσκονται τόσο σε ταφές ως κτερίσματα, όσο και σε ιερά ως αναθήματα.  Υπάρχουν διαφόρων ειδών πόρπες, π.χ. οι ονομαζόμενες βιολόσχημες ή οκτώσχημες, οι τοξωτές, οι φυλλόσχημες - κατασκευασμένες από χαλκό, αλλά και από σίδηρο. Οι πιο διαδεδομένες ωστόσο, φέρονται να είναι οι λεγόμενες πόρπες "αττικοβοιωτικού" τύπου (εικ. 1-2, 4-10), ονομαζόμενες έτσι, επειδή τα πρώτα δείγματά τους ανακαλυφθήκαν στην Αττική και την Βοιωτία. Οι συγκεκριμένες πόρπες βέβαια, παρήγονταν και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, π.χ. στην Πελοπόννησο (εικ. 3-5, 10). Το χαρακτηριστικό τους είναι η πλατιά, ορθογώνια ή τετράγωνη επιφάνειά τους, πάνω στην οποία χαράσσονταν διάφορες παραστάσεις, όπως πτηνά, άλογα, πλοία, ανθρώπινες μορφές, μυθικά πλάσματα. Η σημασία τους επομένως είναι τεράστια, καθώς η εικονογραφία των συγκεκριμένων πορπών επιτρέπει όχι μόνο την χρονολόγησή τους, αλλά και την κατηγοριοποίησή τους σε εργαστήρια.

 

Εικ. 4

 
Εικ. 5

Εικ. 6

Εικ. 7

 Αυτό γίνεται κατανοητό με την παράθεση ορισμένων παραδειγμάτων: η περιοχή της κεντρικής Πελοποννήσου, η οποία είναι γνωστή ως Αρκαδία, θεωρείται ακόμη από τις πτωχότερες σε αρχαιολογικά ευρήματα. Όσο δε αφορά την μικροτεχνία, την κεραμεική, την γλυπτική, ακόμα δε και την αρχιτεκτονική, πιστεύεται οτι επιρροές από Άργος, Κόρινθο, Λακωνία, είναι εμφανείς στα αρκαδικά τεχνουργήματα. Αυτό δε, δεν αμφισβητείται, πολλώ μάλλον καθότι έχει αποδειχτεί η ύπαρξη εργαστηρίων, σχολών, καλλιτεχνικών τάσεων και στυλ στις προαναφερόμενες περιοχές. Πάρα ταύτα, η Αρκαδία έχει δώσει έλαχιστα δείγματα μικροτεχνίας (εικ. 4-7), τα οποία στηρίζουν τόσο την ύπαρξη των επιρροών αυτών, όσο και την ύπαρξη αρκαδικών εργαστηρίων (βλ. Galanis 2018 & Galanis 2022. Επίσης Δεπών 2020, Κίλιαν 1979, Schweitzer 1969, Sens 2002).


Εικ. 8


Εικ. 9-10

 

 Ειδικά στις πόρπες, πλην των παραδειγμάτων από τις εικ. 4-7, έχουμε και μια σχετικά πρόσφατη ανακάλυψη: στις αποθήκες του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου υπάρχουν 4 χάλκινες πόρπες, οι οποίες προέρχονται από τον Ορχομενό της Αρκαδίας (βλ. λεπτομέρειες σε: Galanis 2018 & Galanis 2022). Η μια εξ αυτών (εικ. 10) είναι πολύ καλά διατηρημένη. Τα δε μοτίβα της (άλογο από την μια και πλοίο από την άλλη όψη) συγκρίνονται κάλλιστα με την χρυσή πόρπη - πολύ σπάνιο, καθότι όπως προαναφέρθηκε, οι πόρπες κατασκευάζονταν κυρίως από χαλκό και από σίδηρο - από τον Κεραμεικό, η οποία φυλάσσεται στο Βρετανικό Μουσείο και αποτελεί τμήμα της συλλογής του Έλγιν (εικ. 9). Θα μπορούσε η ορχομένια πόρπη να προέρχεται από το ίδιο έργαστήριο με την χρυσή πόρπη του Κεραμεικού; Εαν ναι, ποιά από τις 2 πόρπες είναι εισαγώμενη; Φαίνεται επίσης η διαφορά της ορχομένιας (εικ. 10) με πόρπες από άλλες περιοχές της Αρκαδίας (εικ. 5) - και όχι μόνο της Αρκαδίας (εικ. 1-2, 6-7): μολονότι τα θεματικά μοτίβα είναι το ίδιο, η τεχνοτροπία είναι διαφορετική. ¨Εχουμε επομένως διαφορετικούς καλλιτέχνες και πιθανόν διαφορετικά εργαστήρια. 

 Τα ανωτέρω βέβαια είναι ενδιαφέρουσες εικασίες, για την στήριξη των οποίων απαιτείται χρόνος και προσπάθεια να ξεπεραστούν γραφειοκρατικές συμπληγάδες (π.χ. προετοιμασία αιτήσεων, χορήγηση αδειών και οικονομικής ενίσχυσης). Ειδικά τα μουσεία και οι αποθήκες της ελληνικής επαρχίας είναι γεμάτα με θησαυρούς, οι οποίοι ακόμα και σήμερα δεν έχουν πλήρως καταγραφεί. Αξίζει επομένως τον κόπο να μελετηθούν τέχνεργα όπως οι αττικοβοιωτικές πόρπες της Πελοποννήσου και συγκεκριμένα της Αρκαδίας, ώστε να διαπιστωθεί εαν πράγματι ισχύουν όλα όσα αναφέρθηκαν στο κείμενο, περί επιρροών, τοπικών εργαστηρίων, στυλιστικών διαφορών κτλ.


ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΕΙΚΟΝΩΝ: 

Εικ. 1: J. S. Morrison - R. T. Williams, Greek Oared Ships (Cambridge 1968) σελ. 78 Arch 19   

Εικ. 2: NMA 3697 (https://arachne.dainst.org/)   

Εικ. 3: @ google photo 

Εικ. 4: B. Schweitzer, Die geometrische Kunst Griechenlands (Köln 1969) σελ. 217 εικ. 112 (Τεγέα Αρκαδίας)   

Εικ. 5 - 6: U. Sens, Zur landschaftlichen Einordnung spät- und subgeometrischen Plattfibeln, in: Boreas 25, 2002, σελ. 51 Nr. Α1 (Κλείτωρ Αρκαδίας, από την παν/κη συλλογή Halle, Inv. Nr. 85), σελ. 52 Nr. Α9 (Λαμία)     

Εικ. 7: R. Arndt in: C. Hattler (Ed.) Zeit der Helden. Εκθεσιακός κατάλογος BLM Karlsruhe (Darmstadt 2008) σελ. 174 Nr. 97

Εικ. 8: BM 1960, 1101.45 (Κεραμεικός, από Elgin Collection)

Οι εικ. 9-10 (ΝΜΑ 19052 α) προέρχονται από την ακόλουθη διδακτορική διατριβή:  

Galanis, P. Das arkadische Orchomenos in der Antike (Berlin 2022) 83d πιν. 61 εικ. 105c. Ηλ/κη δημοσίευση στην ιστοσελίδα της παν/κης βιβλιοθήκης του Humboldt-Universität zu Berlin.

Συγκρ. επίσης με το ακόλουθο άρθρο του ιδίου συγγραφέως:

„Der Bronzeschmuck aus der Grabung von Blum - Plassart (EFA, 1913) im arkadischen Orchomenos“, in K. Tausend (Hrsg.) Arkadien im Altertum. Geschichte und Kultur einer antiken Gebirgslandschaft. Beiträge des Internationalen Symposiums in Graz, 11-13 Februar 2016. A.R.G.E.I.A. 3 (Graz 2018) σελ. 301-302 F4, σελ. 310 εικ. 7 (F4).

Περαιτέρω βιβλιογραφία: 

Ε. Δεπών, Περόνες και Πόρπες. Μ. Α. Παν/μιο Αιγαίου (Ρόδος 2020) σελ. 26-30, 49-52, 78-84.

Κ. Κίλιαν, Αρκαδικές και Λακωνικές ιδιομορφίες στα χαλκά κοσμήματα της Υστέρας Γεωμετρικής Εποχής, σε: Πρακτικά του Α΄ Συνεδρίου Λακωνικών Σπουδών, Σπάρτη-Γύθειον, 7-11 Οκτωβρίου 1977. Λακωνικαί Σπουδαί 4, 1979, σελ. 33-38. 

Samstag, 30. Mai 2026

ΟΙ ΡΩΜΑΪΚΕΣ ΑΨΙΔΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΥΠΟΛΟΓΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟ.

 Έχει ήδη αναφερθεί πως η επιστήμη της αρχαιολογίας ασχολείται με την μελέτη των κινητών ευρημάτων και των αρχιτεκτονικών μνημείων - τομείς δηλαδή, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν τους ανθρώπινους υλικούς πολιτισμούς. Καθοριστικής σημασίας για την μελέτη των υλικών πολιτισμών είναι οι μέθοδοι (1) που χρησιμοποιούνται προκειμένου οι επιστήμονες να καταλάβουν με τι έχουν να κάνουν. 
 
Μια βασική μέθοδος είναι η χρονολόγηση του εκάστοτε αντικειμένου δια της αναλυτικής περιγραφής αυτού, της σύγκρισής του με παράλληλα αντικείμενα, της κατανόησης του υπόβαθρού του (λ.χ. υπό ποιές συνθήκες δημιουργήθηκε, ποιά είναι η σημασία του και η χρήση του). Κάτι τέτοιο είναι εφικτό στην κεραμεική.
 
Μια επιπλέον μέθοδος είναι η στυλιστική ανάλυση, η οποία επιτρέπει την ταξινόμηση και κατάταξη σε "σχολές", αναλόγως των εικονογραφικών και μορφολογικών χαρακτηριστικών των ευρημάτων. Συγκρίνοντας τις φόρμες ως χαρακτηριστικά γνωρίσματα, η ταυτόχρονη ομοιότητα των οποίων και οι διαφορές σημαίνουν διαφορετικούς χρόνους προσέλευσης, μπορεί κανείς να προσεγγίσει τις στυλιστικές ιδιαιτερότητες μιας εποχής σε χρονολογική σειρά, έτσι ώστε να δημιουργήσει μια ιστορία του στύλ (Style). Η Seriation (σειρά) επιτρέπει τα ευρήματα ή τις ομάδες ευρημάτων να ταξινομηθούν σε μια σειρά. Η σειρά δείχνει την αλλαγή στην δημοτικότητα του στύλ. Ενα στύλ γίνεται δημοφιλές (πρώϊμη φάση), φτάνει στο αποκορύφωμά του (ώριμη φάση) και τέλος παρακμάζει και εξαφανίζεται (όψιμη φάση). 

Εικ. 1: τυπολογία ρωμαϊκών αψίδων κατά Kähler, RE VII A (1939) σελ. 485-486 εικ. 1-24 

 Υπάρχουν ωστόσο τομείς ευρημάτων, στους οποίους η χρονολόγηση έρχεται σε "δεύτερη μοίρα" και θα χρειαστεί διαφορετική μέθοδος ταξινόμησης. Οι ρωμαϊκές αψίδες (εικ. 1) ανήκουν στους τομείς αυτούς. Πρόκειται για μια, κατά την γνώμη μας, υποτιμημένη κατηγορία μνημειακής αρχιτεκτονικής.
 
 H αψίδα (ελλ.: οι αψίδες, αγγλ.: the Arch/ Arches, γαλλ.: L´Arc/ les Arcs, ιταλ.: L´Arco/ Arce, γερμ.: die Arche/ die Archen) είναι ένα ιδιαίτερο, ανεξάρτητο μνημείο, το οποίο μπορεί να αποτελείται από 1 τόξο εως και 3 (ή και περισσότερες) καμάρες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, έχουν κατασκευαστεί και τετράπυλα. Οι αψίδες ήταν διακοσμημένες με αρχιτεκτονικά στολίδια και ανάγλυφα που απεικόνιζαν θέματα νίκης, συμβολισμούς εξουσίας και αυτοκρατορικά προγράμματα (2). Τον 2ο αιώνα π.Χ. χρησιμοποιήθηκε ο όρος fornix για αυτό το είδος μνημείου (3). Κατά τη ρωμαϊκή αυτοκρατορική περίοδο, ο όρος αυτός αντικαταστάθηκε από τον όρο arcus (4). Κατά την διάρκεια της ρωμαϊκής εποχής, η αψίδα εξυπηρέτησε μια ποικιλία λειτουργιών: κατασκευαζόταν για να γιορτάσει και να τιμήσει τις στρατιωτικές νίκες στη Ρώμη (arcus triumphalis/ αψίδα θριάμβου) (5). Μια αψίδα μπορούσε επίσης να τιμήσει ένα σημαντικό πολιτικό γεγονός ή πρόσωπο. Τα πολιτικά επιτεύγματα του τιμώμενου και τα αντίστοιχα γεγονότα απαθανατίζονταν στην "attika", το στεφανωμένο, υπερυψωμένο τμήμα της αψίδας. Η attika έφερε επιγραφές που εξηγούσαν την περίσταση κατασκευής της, απεικονίσεις τέθριππων και εικόνες θεοτήτων. Κατά την αυτοκρατορική περίοδο απεικονιζόταν αντί για θεότητα ο εκάστοτε αυτοκράτορας (6). Επιπλέον, οι αψίδες χρησίμευαν ως οροδείκτες μιας περιοχής και ως πύλες της πόλης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, βρίσκονταν σε κύριους δρόμους πρόσβασης και διασταυρώσεις πόλεων (7).
 
 Υπάρχουν πάνω από 100 διατηρημένες αψίδες (8). Κατά τη γνώμη μας, και όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, αυτά τα μνημεία δεν κατατάσσονται μεταξύ των πιο εξέχοντων αρχιτεκτονικών κατασκευών, όπως π.χ. τα αμφιθέατρα. Θα μπορούσε κανείς ακόμη και να υποθέσει ότι οι ρωμαϊκές αψίδες έχουν εν μέρει παραμεληθεί από τους μελετητές.
 
Μεμονωμένες αψίδες έχουν μεν συζητηθεί σε μονογραφίες και άρθρα (9). Υπάρχουν επίσης αρκετές ολοκληρωμένες μελέτες, που εξετάζουν τις αψίδες σε περιφερειακό επίπεδο (10). Και, φυσικά, υπάρχουν επίσης ολοκληρωμένες αναφορές για όλα αυτά τα υπάρχοντα μνημεία κατά την ρωμαϊκή αυτοκρατορική εποχή (11). Πρόσφατα μαθεύτηκε οτι ετοιμάζεται μια διατριβή στο πανεπιστήμιο της Τυβίγγης αναφορικά με τις αψίδες του 2ου αι. μ.Χ. Όλες ωστόσο οι εως τώρα μελέτες και έρευνες δίνουν έμφαση στην χρονολογική παρουσίαση των αψίδων (12). Από όσο γνωρίζουμε, δεν υπάρχει τυπολογική ταξινόμηση των μνημείων αυτών. Αυτό, διότι είναι άξιο παρατήρησης το φαινόμενο πως, αντίθετα από την κεραμεική λ.χ., δεν υπάρχει γραμμική χρονολογική εξέλιξη στις αψίδες. 
 
Ελάχιστα παραδείγματα εδώ: Η σχετικά απλή αψίδα του Αδριανού στην Αθήνα (εικ. 3) είναι λιτή και πολύ διαφορετική, τόσο από την προγενέστερη αψίδα του Τίτου (εικ. 2), όσο και από την μεταγενέστερη του Μεγάλου Κωνσταντίνου (εικ. 4). Και οι 2 τελευταίες βρίσκονται στην Ρώμη. Ακόμα και αψίδες των ιδίων αυτοκρατόρων όμως διαφέρουν μεταξύ τους. Αυτό μπορεί να το διαπιστώσει ο οποιοσδήποτε επιχειρήσει να συγκρίνει π.χ. τις αψίδες της εποχής του Τραϊανού στην Ιταλία [Puglia (109 μ.Χ.), Ancona (113 μ.Χ.), Benevento (114-117 μ.Χ.)], του Καρακάλλα στην βόρειο Αφρική [Tebessa (211-214 μ.Χ.), Djemila/ Cuicul (216 μ.Χ.), Volubilis (217 μ.Χ.)], ακόμα δε και του Σεπτιμίου Σεβήρου, τόσο στην Ρώμη (203 μ.Χ.), όσο και στις επαρχίες [π.χ. τα τετράπυλα σε Leptis Magna (146-221 μ.Χ.) και Latakia (183 μ.Χ.)]. Κάθε μια από όλες αυτές τις αψίδες είναι διαφορετική από τις υπόλοιπες. Κάθε μια εξ αυτών φέρει το δικό της προσωπικό αποτύπωμα (fingerprint), την δική της ταυτότητα. Κάθε μια αψίδα είναι μοναδικό (unique) έργο τέχνης, αυτόνομο από την μια, και ενταγμένο στον αστικό ιστό της ρωμαϊκής urbis από την άλλη. Για αυτούς τους λόγους θα πρέπει να εφαρμοστεί στην συγεκριμένη κατηγορία μνημείων η λεγόμενη τυπολογική μέθοδος.

Εικ. 2: Αψίδα Τίτου, Ρώμη, 81 μ.Χ.

Εικ. 3: Αψίδα Ανδριανού, Αθήνα, 131-132 μ.Χ.

Εικ. 4: Αψίδα Κωνσταντίνου, Ρώμη, 312-315 μ.Χ.

Η τυπολογική μέθοδος (13) είναι η ταξινόμηση των μνημείων βάσει των χαρακτηριστικών τους γνωρισμάτων (π.χ. αριθμός καμαρών, διακόσμηση κτλ.). Κατ΄αυτόν τον τρόπο, ο ερευνητής θα μπορέσει να μελετήσει και να καταλάβει πιο αποτελεσματικά την χρήση των συγκεκριμένων μνημείων ανεξάρτητα της χρονολογησής των. Τα χαρακτηριστά των αψίδων, βάσει των οποίων μπορεί να γίνει η ταξινόμηση, εξαρτώνται από πολλούς και διάφορους παράγοντες: επιφάνεια (διακόσμηση, χρώμα), μορφή (εμφάνιση, διαστάσεις), τεχνική (υλικά κατασκευής, τρόποι παραγωγής). 
 
Κάθε τύπος αντιπροσωπεύει συγκεκριμένη χρονική περίοδο και πεδίο εξάπλωσης. Αλλαγές στην μορφή ενός μνημειακού τύπου ερμηνεύονται ως γραμμή εξέλιξης. 
 
Μια ταξινόμηση των αψίδων ανά τύπο μπορεί να ρίξει φως τόσο σε παλιά όσο και σε νέα ερωτήματα σχετικά με τη λειτουργία και χρησιμότητά τους. Η τυπολογία των αψίδων μπορεί επίσης να καταδείξει τη μη κανονική, μη γραμμική χρονολογική ανάπτυξη των μνημείων αυτών. Μπορεί ακόμη να διευκολύνει τις συγκρίσεις μεταξύ διαφορετικών μνημείων και την στυλιστική τους εξέλιξη. Για αυτό και προτείνουμε την ακόλουθη διάρθρωση:
 
 Θεμελιώδες στοιχείο της ανάλυσης υλικού οφείλει να είναι η συλλογή όλων των διαθέσιμων δεδομένων. Για την επιτυχή επίτευξη αυτού, είναι απαραίτητη η δημιουργία ενός ολοκληρωμένου καταλόγου, είτε σε παραδοσιακή μορφή, είτε ως ηλεκτρονική τράπεζα δεδομένων (databank - html). Το κύριο κριτήριο ταξινόμησης είναι η μορφή. Οι καμάρες χωρίζονται σε ομάδες: η μία ομάδα περιλαμβάνει μονότοξες καμάρες και η άλλη πολύτοξες καμάρες. Αυτές οι ομάδες υποδιαιρούνται περαιτέρω σε υποομάδες με βάση τα χαρακτηριστικά τους. Αυτό θα πρέπει να είναι το δευτερεύον κριτήριο. Θα ακολουθήσουν πληροφορίες σχετικά με τις διαστάσεις τους, περιγραφές των αρχιτεκτονικών τους χαρακτηριστικών, την διακόσμηση, καθώς και τη χρονολόγηση. Η χρονολόγηση θα είναι το τριτεύον κριτήριο του καταλόγου, με τις διάφορες ομάδες να παρατίθενται χρονολογικά, ξεκινώντας από τα αρχαιότερα παραδείγματα. Επιπλέον, ο κατάλογος θα δομηθεί αλφαβητικά. Πρώτον, οι αψίδες θα κατηγοριοποιηθούν ανά περιοχή (π.χ., Αλγερία, Γαλλία κ.λπ.). Ακολούθως θα παρατεθούν οι επιμέρους τοποθεσίες (π.χ., Αθήνα, Ρώμη κ.λπ.). Αυτή η καταλογογραφική συλλογή των διαθέσιμων δεδομένων επιτρέπει την άνετη επεξεργασία και συστηματική ανάλυση του σχετικού υλικού.
 
Συνοψίζοντας τα ανωτέρω, θεωρούμε τις αψίδες ως μια ανεξάρτητη, ιδιαίτερη κατηγορία μνημειακής αρχιτεκτονικής, για την οποία, εξ όσων γνωρίζουμε, δεν υπάρχει ακόμη ολοκληρωμένη, σχετική μελέτη δια της χρήσης της τυπολογικής μεθόδου. Ως εκ τούτου, προσφέρουμε μια διαφορετική οπτική γωνία για το συγκεκριμένο υλικό. Εξακολουθούμε να θεωρούμε κάθε αψίδα ως ξεχωριστό έργο τέχνης, που διαφέρει από τα άλλα σε μορφή και χαρακτηριστικά. Δυστυχώς απουσιάζει προς το παρόν στη διεθνή αρχαιολογική βιβλιογραφία ένα corpus, μια γενική, συγκριτική και ολοκληρωμένη παρουσίαση αυτού του τύπου μνημείων κατά την τυπολογική μέθοδο.

 

(ΥΠΟ) ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ - ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Οι εικ. 2-4 προέρχονται από την https://en.wikipedia.org/

 (1) Για τις μεθόδους στην αρχαιολογική επιστήμη βλ.: T. Hölscher, Klassische Archäologie. Grundwissen (ελλ. μτφρ. University Studio Press Θεσ/κη).
 
(2)  W. Martini, Sachwörterbuch der klassischen Archäologie (Stuttgart 2003) 78; συγκρ. επίσης με: A. Schmidt-Colinet – G. A. Plattner, Antike Architektur und Bauornamentik. Grundformen und Grundbegriffe. UTB 8288 (Wien 2004) 76-77.
 
(3) DKP II (1979) 596-597 s. v. fornix (W. H. Groß); συγκρ. επίσης με: G. A. Mansuelli, Fornix e Arcus. Note die Terminologia, in: Autori vari (Hrsg.) Studi sulli arco onorario romano. Studia Archaeologia 21 (Rom 1979) 15-17.
 
(4) DKP I (1979) 521 s. v. arcus (A. Rumpf); βλ. και: G. A. Mansuelli, Fornix e Arcus. Note die Terminologia, in: Autori vari (Hrsg.) Studi sulli arco onorario romano. Studia Archaeologia 21 (Rom 1979) 15-17.
 
(5)  DKP V (1979) 971-973 s. v. Triumphbogen (A. von Gladiß).
 
(6) A. Gorys, Wörterbuch Archäologie (München 1997) 83; W. Martini, Sachwörterbuch der klassischen Archäologie (Stuttgart 2003) 78.    
 
(7) W. Martini, Sachwörterbuch der klassischen Archäologie (Stuttgart 2003) 78; αναφορικά με την χρήση των αψίδων ως πυλών εισόδου/ εξόδου σε πόλεις, βλ.: S. Froehlich, Stadttor und Stadteingang. Zur Alltag und Kulturgeschichte der Stadt in der römischen Kaiserzeit. Studien zur Alten Geschichte 32 (Göttingen 2022) 32-33.

 (8) Αυτό σύμφωνα με τον A. L. Frothingham, A revised List of Roman Memorial and Triumphal Arches, AJA 8, 1904, 1-34. Πάρα ταύτα αυτό είναι ενα ζήτημα προς διερεύνηση, καθότι είναι πιθανόν να υπάρχουν αποκλίσεις μεταξύ της λίστας του Frothingham και του διασωζόμενου υλικού. Υπάρχουν επίσης αψίδες που δεν έχουν διασωθεί, αλλά είναι γνωστές από άλλες πηγές (π.χ. νομισματικές παραστάσεις). Συγκρ. με: RE VII A (1939) 373-464 s. v. Triumphbogen (H. Kähler).

(9) Ενδεικτικά παραδείγματα: M. Pfanner, Der Titus Bogen (Mainz 1983); M. Nassar, Hadrian´s Arches, Mediterranean Archaeology and Archaeometry 14, 2014, 245-258.

(10) Χαρακτηριστικά παραδείγματα: A. E. Sheckler, Roman Honorary Arches in Iberia (Michigan 1991); B. Fortuner, Les arcs de l´Afrique romaine, L´Archéologue 62, 2002, 26-30; A. Segal, From Function to Monument. Urban Landscapes of Roman Palestine, Syria and Provincia Arabia. Oxbow Monograph 66 (Oxford 1997) 129-149; C. van Tilburg, City Gates in the Roman West. Forms and Functions (Leiden 2022).

(11) C. Densmore Curtis, Roman Monumental Arches, Papers ASCS Rome Supp. 2, 1908, 26-83; RE VII A (1939) 373-493 s. v. Triumphbogen (H. Kähler); S. De Maria, Gli archi onorari di Roma e dell´Italia romana. Bibliotheca Archaeologica 7 (Rom 1988); F. S. Kleiner, The Study of Roman Triumphal and Honorary Arches 50 Years after Kähler, JRA 2, 1989, 195-206; H. von Hesberg, Bogenmonumente der frühen Kaiserzeit und des 2. Jhs. n. Chr. Vom Ehrenbogen zum Festtor, in: H.-J. Schalles – H. von Hesberg – P. Zanker (Hrsg.) Die römische Stadt im 2. Jh. n. Chr. Der Funktionswandel des öffentlichen Raumes. Kolloqium Xanten 02-04.05.1990. Xantener Berichte 2 (Köln 1992) 277-299; M. Roehmer, Der Bogen als Staatsmonument. Zur politischen Bedeutung der römischen Ehrenbögen des 1. Jhs. n. Chr. (München 1997); K. Cassibry, Reception of the Roman Arch Monument, AJA 122, 2018, 245-275.

(12) Συγκρ. με την βιβλ. των υποσημειμ. 9-11. Βλ. επίσης: S. Fähndrich, Bogenmonumente in der römischen Kunst. Ausstattung, Funktion und Bedeutung antiker Bogen- und Torbauten. IA 90 (Rahden 2005). Εξαίρεση ίσως να αποτελεί η προσπάθεια του Kähler στην Real-Enzyclopaedie (RE) VII A (1939) σελ. 485-486 εικ. 1-24 (βλ. εικ. 1 εντ.), ο οποίος προσπάθησε να εφαρμόσει μιας μορφής τυπολογία, όπως δείχνει και η σχετική εικόνα.

(13)  R. Bernbeck, Theorien in der Archäologie. UTB 1964 (Tübingen 1997) 206-230; L. Bowkett – S. Hill – D. Wardle – K. A. Wardle, Classical Archaeology in the Field: Approaches (London 2001) 113; M. K. H. Eggert, Prähistorische Archäologie. Konzepte und Methoden. UTB 2092 (Tübingen 2001) 181-200; W. Martini, Sachwörterbuch der klassischen Archäologie (Stuttgart 2003) 350-351.