Dienstag, 8. September 2026

"Der alte Fritz" - or: Indexes, Reports and Gazetteers of Objects and Sites in Pre- and Protohistoric Greece.

 Στην Α΄ Ενότητα του σεμιναρίου του ΚΔΒΜ Τσαούση αναφορικά με τις "σκοτεινές πτυχές της αρχαιολογίας", αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα είδη των αρχαιολογικών δημοσιεύσεων. Μια υποκατηγορία αυτών είναι τα ετήσια πρακτικά καταλογογράφησης αρχαιολογικών θέσεων και αντικειμένων. Αυτού του είδους τα πρακτικά (αγγλ.: Reports, Indexes, Gazetteers, γερμ.: Forschungsberichte, Fund- und Stellen-Inventare) - μια σύνοψη ουσιαστικά των αρχαιολογικών δεδομένων - μπορούν να αποτελούν την ραχοκοκαλιά διατριβών. Μπορούν όμως να δημοσιεύονται και αυτόνομα, σε επιστημονικά περιοδικά. Υπάρχει π.χ. η σειρά "Archaeological Reports" στην αγγλική γλώσσα, η οποία εκδίδεται υπό την αιγίδα της BSA (British School of Athens) και συνήθως - όσον αφορά τα της ελληνικής αρχαιολογίας - είναι διαρθρωμένη σε περιοχές/ νομούς, χρονολογικές περιόδους και τομείς.

 Πρωτοπόρος στην υποκατηγορία αυτή υπήρξε η γερμανόγλωσση έρευνα. Θα μπορούσε κάλλιστα κάποιος να ισχυριστεί, οτι ζωτικής σημασίας υπήρξε η συμβολή του ακριβοθώρητου Αυστριακού Fritz Schachermeyr σε αυτήν. Η αμφιλεγόμενη αυτή προσωπικότητα, η οποία συνήθιζε να γράφει περίπλοκες, μακροσκελείς προτάσεις ("καταργήθηκαν" πλέον αυτά στον γερμανικό γραπτό λόγο!), που επαίρονταν για τις γνώσεις της των αρχαίων γλωσσών (ιερογλυφικά, ακκαδικά, φυσικά αρχαία ελληνικά και λατινικά) και για την ποικιλία των ερευνών και ενδιαφερόντων της (ο Schachermeyr ήταν ιστορικός και φιλόλογος με κλασσική εκπαίδευση, αλλά ασχολήθηκε εντατικά και συστηματικά με την αρχαιολογία των πολιτισμών της Μεσογείου, ειδικά δε της 2ης χιλ. π. Χ.), υπήρξε ενεργό μέλος του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος και συνεργάτης/ υποστηρικτής των ναζιστικών ιδρυμάτων "Forschungsgemeinschaft Deutsches Ahnenerbe" και "Amt Rosenberg". Υποστήριξε με θέρμη τις θεωρίες επί μιας "ανωτέρας αρείας φυλής" (nordische/ arische Rasse) και πέρασε τον Β' ΠΠ μακρυά από τα πεδία των μαχών, εργαζόμενος σε υψηλές διοικητικές θέσεις στα πανεπιστημιακά ιδρύματα Ιένας (1931-136) και Χαϊδελβέργης (1936-1940). Μεταξύ 1941 και 1946 επέστρεψε στην Αυστρία ως Πρύτανης του πανεπιστημίου του Γκράτζ. Μετά τον πόλεμο, τοποθετήθηκε ως τακτικός καθηγητής στην έδρα Αρχαίας Ιστορίας του πανεπιστημίου της Βιέννης - θέση από την οποία δραστηριοποιήθηκε μεταξύ 1952 και 1970. Φυσικά εγκατέλειψε τις ναζιστικές θεωρίες και προφανώς πήρε άφεση αμαρτιών. Υπήρξε πολυγραφότατος και εισηγήθηκε στα 1971 την ίδρυση της "Mykenische Komission", την οποία αξιοποίησε εις το έπακρο, αφού μέσω αυτής δημοσίευσε τα σημαντικότερα έργα του. Σε αυτά συγκαταλέγεται η 5-τομη σειρά: 

 Die Ägäische Frühzeit. Forschungsbericht über die Ausgrabungen im letzten Jahrzehnt und über ihre Ergebnisse für unser Geschichtsbild. Verlag der österreichischen Akademie der Wissenschaften (Wien 1976–1982)

  Η σειρά αυτή είναι το πλέον χαρακτηριστικό ("par excellence") παράδειγμα των προαναφερόμενων συνόψεων στην γερμανική γλώσσα, αποτελείται δε από τους ακόλουθους τόμους:

  • Τόμος 1: Die vormykenischen Perioden des griechischen Festlandes und der Kykladen (= Mykenische Studien Band 3 = Österreichische Akademie der Wissenschaften, Philosophisch-Historische Klasse. Sitzungsberichte. Band 303, Wien 1976) 
  • Τόμος 2: Die mykenische Zeit und die Gesittung von Thera (= Mykenische Studien. Band 4 = Österreichische Akademie der Wissenschaften, Philosophisch-Historische Klasse. Sitzungsberichte. Band 309, Wien 1976)
  • Τόμος 3: Kreta zur Zeit der Wanderungen. Vom Ausgang der minoischen Ära bis zur Dorisierung der Insel (= Mykenische Studien. Band 7 = Österreichische Akademie der Wissenschaften, Philosophisch-Historische Klasse. Sitzungsberichte. Band 355, Wien 1979)
  • Τόμος 4: Griechenland im Zeitalter der Wanderungen. Vom Ende der mykenischen Ära bis auf die Dorier (Wien 1980)
  • Τόμος 5: Die Levante im Zeitalter der Wanderungen. Vom 13. bis zum 11. Jahrhundert v. Chr. (Wien 1982)

   Να σημειωθεί εδώ, οτι η σειρά αυτή βασιζόταν στα πορίσματα των ακόλουθων έργων (μονογραφίες) παρόμοιου περιεχομένου του ιδίου συγγραφέα:

 Die ältesten Kulturen Griechenlands (Stuttgart 1955)

 Das ägäische Neolithikum. SIMA 6 (Lund 1964) 

 Die minoische Kultur des alten Kreta (Stuttgart 1964) [συγκρ. με: => Stefan Hiller, Das minoische Kreta nach den Ausgrabungen des letzten Jahrzehnts (Wien 1977)]

 Επίσης δε, στα ακόλουθα άρθρα του Schachermeyr:

Forschungsbericht über die Ausgrabungen und Neufunde zur Ägäischen Frühzeit 1957-1960, AA 1962, p. 105-382

μαζί με τους H. G. Buchholz - S. Alexiou - H. Hauptmann, Forschungsbericht über die Ausgrabungen und Neufunde zur Ägäischen Frühzeit 1961-1965 Part 1, AA 86.3, 1971, p. 295-419

 Forschungsbericht über die Ausgrabungen und Neufunde zur Ägäischen Frühzeit 1961-1965 Part 2, AA 89.1, 1974, p. 1-28

 Η 5-τομη σειρά συνοψίζει, όχι μόνο την προαναφερόμενη βιβλιογραφία του συγγραφέα, αλλά τα αρχαιολογικά δεδομένα των δεκαετιών 1950-1980. Και για αυτό και μόνο συστήνεται, ειδικά στους γνωρίζοντες την γερμανική γλώσσα, ώστε να μην χάνουν πολύτιμο χρόνο ξεφυλλίζοντας τόμους επί τόμων, όπως π.χ. του "Αρχαιολογικού Δελτίου" και των "Πρακτικών της εν Αθήναις Αρχαιολογικης Εταιρείας", χωρίς αυτό να σημαίνει οτι υποτιμάται ο ρόλος των επιστημονικών αυτών περιοδικών.  Εξυπακούεται οτι όλα αυτά τα έργα είναι εμπλουτισμένα με βιβλιογραφία και παραπομπές αυτής ως υποσημειώσεις.

 Παρόμοιας λογικής είναι και οι αγγλόγλωσσες δημοσιεύσεις του Richard Hope Simpson:

A Gazetteer and Atlas of Mycenaean Sites (1965) 

μαζί με τον O. T. P. K. Dickinson, A Gazetteer of Aegean Civilisation in the Bronze Age 1: The Mainland and the Islands (1979)

Mycenaean Greece (1982)

 Και φυσικά, στα ελληνικά, από τον Κωνσταντίνο Θ. Συριόπουλο:

Η Προϊστορία της Πελοποννήσου.  Βιβλ. της εν Αθήναις Αρχ. Εταιρείας 51 (1964)

Η Προϊστορία της Στερεάς Ελλάδος. Βιβλ. της εν Αθήναις Αρχ. Εταιρείας 61 (1968)

Οι μεταβατικοί χρόνοι από της μυκηναϊκής εις την αρχαίαν περίοδον. 2 τόμοι. Βιβλ. της εν Αθήναις Αρχ. Εταιρείας 99 (1983/84)

Η προϊστορική κατοίκισις της Ελλάδος και η Γένεσις του Ελληνικού Έθνους. 2 τόμοι.  Βιβλ. της εν Αθήναις Αρχ. Εταιρείας 139 (1994/95) 

 Στα επιπλέον έργα του κυρίου Schachermeyr, τα οποία περιλαμβάνουν επίσης στοιχεία συνοπτικών πρακτικών θέσεων και αντικειμένων, συμπεριλαμβάνονται και οι ακόλουθες μονογραφίες: 

Etruskische Frühgeschichte (Berlin 1929)

 Hethiter und Achäer (Leipzig 1935) [εξελίχθηκε στην μονογραφία : => Mykene und das Hethiterreich (= Österreichische Akademie der Wissenschaften, Philosophisch-Historische Klasse. Sitzungsberichte. Band 472 = Veröffentlichungen der Kommission für mykenische Forschung. Band 11. Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften Wien 1986)]

 Ägäis und Orient : Die überseeischen Kulturbeziehungen von Kreta und Mykenai mit Ägypten, Levante und Kleinasien unter bes. Berücks. d. 2. Jahrtausends v. Chr. (Wien 1967)

 Griechische Frühgeschichte. Ein Versuch, frühe Geschichte wenigstens in Umrissen verständlich zu machen (= Österreichische Akademie der Wissenschaften, Philosophisch-Historische Klasse. Sitzungsberichte. Band 425. Verlag der österreichischen Akademie der Wissenschaften, Wien 1984) [αποτελεί τρόπον τινά ενα είδος "resumée" της 5-τομης "Ägäische Frühzeit"]

 Die griechische Rückerinnerung im Lichte neuer Forschungen (= Österreichische Akademie der Wissenschaften, Philosophisch-Historische Klasse. Sitzungsberichte. Band 404. Verlag der österreichischen Akademie der Wissenschaften, Wien 1983)

 Επομένως, εαν κάποιος επιθυμεί να μελετήσει σε βάθος την Αιγαιακή Προ- και Πρωτο-ιστορία, γνωρίζει την γερμανική γλώσσα και δεν θέλει να χάνει τον χρόνο του κατεβάζοντας τόμους επί τόμων, θα πρέπει να μελετήσει τα προαναφερόμενα έργα και κυρίως την 5-τομη σειρά του Schachermeyr, ώστε να ενημερωθεί για ευρήματα και θέσεις πρό της δεκαετίας του 1980. Για τις υστερότερες περιόδους (τέλη 20ου αι. - αρχές 21ου αι.) συνίσταται η μελέτη των "Archaeological Reports", αλλά εαν θέλει κάποιος μια εμπεριστατωμένη σύνοψη, αυτή βρίσκεται στα updated άρθρα της "American Journal of Archaeology" (AJA), τα οποία δημοσιευτήκαν σε επιμέλεια της Tracey Cullen ως Aegean Prehistory: A Review. AJA Suppl. 1 (2001).

 Φυσικά δεν είναι δυνατόν να παραβλεπτεί εδώ και η βιβλιογραφία σχετική με αιγαιακά ευρήματα σε θέσεις της Μεσογείου (κυρίως δε της Εγγύς Ανατολής) και με αντίστοιχα ευρήματα από την Ανατολή στο Αιγαίο: 

 H. G. Buchholz, Forschungsbericht 1960-1970, AA 89, 1974, p. 325-462

G. Köpcke, Handel. ArchHom M (1974)

C. Lambrou-Philipson, Hellenorientalia. SIMA PB 95 (1990)

E. Cline, Sailing the Wine Dark Sea. BAR-IS 591 (1994) 

H. G. Buchholz, Ugarit, Zypern und Ägäis. AOAT 261 (1999) 

 Η τραγική ειρωνία σε όλα αυτά βέβαια είναι, οτι η ιστορία ξεκίνησε εξαιτίας της ενεργής συνδρομής ενός (πρώην) Ναζί... 


Samstag, 5. September 2026

Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ "ΕΚΔΟΤΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ" ΣΤΗΝ ΕΓΧΩΡΙΑ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ.

 Σε παλαιότερο κείμενο κάναμε λόγο περί γραπτών σημειώσεων πανεπιστημιακών παραδόσεων στα αρχαιολογικά τμήματα των ελληνικών πανεπιστημίων πρό της δεκαετίας του 1960. Υπήρχαν τέτοιες σημειώσεις, δακτυλογραφημένες και πρόχειρα τυπωμένες. Όπως βέβαια υπήρχαν και μεταφράσεις ξένων έργων, αλλά και γενικά εγχειρίδια περί της αρχαίας τέχνης και ιστορίας, γραμμένα από Έλληνες ειδικούς. Από την δεκαετία του 1960 και μετά - τουλάχιστον ως το τέλος του 20ου αι. - ενας εκδοτικός οίκος ανέλαβε να πρωταγωνιστήσει ως ναυαρχίδα στα εγχώρια εκδοτικά πράγματα - ειδικά τα συνδεόμενα με την αρχαιολογία και ιστορία - με την δημιουργία και διάθεση στην αγορά πολυτελών χοντρόδετων τόμων μεγάλου μεγέθους, με ιλλουστρασιόν χαρτί, πλούσια εικονογράφιση και κυρίως, λεπτομερείς και καλαίσθητες έγχρωμες φωτογραφίες γλυπτών, αγγείων, ψηφιδωτών, κοσμημάτων και άλλων τέχνεργων. Γνωρίσματα οπωσδήποτε πολύτιμα για κάθε μελετητή. 

 Ο εκδοτικός αυτός οίκος φέρει την ονομασία "Εκδοτική Αθηνών (Α. Ε.)". Το βιβλιοπωλείο του ήταν για αρκετά χρόνια σε κάποια στοά της πέριξ της πλατείας Συντάγματος και Σταδίου. Κάποια στιγμή μετακόμισε κάπου επί της Σόλωνος. Πλέον βρίσκεται επί της Σπυρίδωνος Τρικούπη.  

 Ο εκδοτικός οίκος είναι γνωστός κυρίως για την έκδοση της πολύτομης σειράς με τον τίτλο "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους" (εικ. 1). Η σειρά αυτή, η οποία ξεκίνησε από τα μέσα την δεκαετίας του 1960 περίπου, είχε το πλεονέκτημα του οτι συγκέντρωσε την αφρόκρεμα των Ελλήνων ακαδημαϊκών της εποχής, η οποία και συμμετείχε επιτυχώς στον σχεδιασμό και την ολοκλήρωσή της.  

Εικ. 1

 Στα κορυφαία έργα των εκδόσεων συγκαταλέγονται 2 ανυπέρβλητα πονήματα του Νίκου Παπαχατζή: 
 
το ενα είναι η πεντάτομη διασκευή της "Ελλάδος Περιήγησις" του Παυσανία (εικ. 2). Το έργο αυτό είναι πρωτότυπο - κανένας εκδοτικός οίκος του εξωτερικού δεν έχει καταφέρει να δημιουργήσει κάτι αντίστοιχο! Ο Παπαχατζής δεν μετέφρασε απλώς τον Παυσανία: το πεντάτομο έργο περιέχει πλούσια, επεξηγηματικά σχόλια και παραπομπές σε μορφή υποσημειώσεων, λεπτομερείς φωτογραφίες, κατόψεις κτηρίων, βιβλιογραφία.
Εικ. 2

Εικ. 3

Το έτερο πόνημα του Παπαχατζή είναι ενας τόμος για την αρχαία ελληνική θρησκεία (εικ. 3), με τα ίδια χαρακτηριστικά (πλούσια εικονογράφηση, βιβλιογραφία, λεπτομερείς παραπομπές), τα οποία το ανυψώνουν πιο πάνω και από το αντίστοιχο βιβλίο του Walter Burkert με την ίδια θεματική.

Τόσο η "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους", όσο και η "Ελλάδος Περιήγησις" έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά από τον ίδιον εκδοτικό οίκο και έτσι βρήκαν πρόσβαση στις βιβλιοθήκες των ξένων χωρών. Ακολούθως δε, χαίρουν εκτίμησης από ξένους ακαδημαϊκούς, οι οποίοι τα προτείνουν - ειδικά το πεντάτομο έργο του Παπαχατζή - στους φοιτητές τους.

Εικ. 4


Εικ. 5

 Η "Εκδοτική Αθηνών" πλήν των προαναφερόμενων, εξέδωσε επίσης αρχαιολογικούς οδηγούς μουσείων και αρχαιολογικών θέσεων, καθώς δε και λεξικά και εγκυκλοπαίδειες. Εξέδωσε ακόμα 2 επιπλέον σειρές, τις οποίες κάποιες "κακιές γλώσσες" θεωρούν αντιγραφές ξένων έργων:

 Στην μια περίπτωση πρόκειται για το πεντάτομο έργο του Ιωάννη Θ. Κακριδή "Ελληνική Μυθολογία" (εικ. 4), το οποίο σε κάποιους θυμίζει το εξίσου πολύτομο "Griechische Sagenbilder" του Γερμανοελβετού αρχαιολόγου Karl Schefold. Υπάρχουν κάποιες ομοιότητες, οι διαφορές όμως είναι μεγαλύτερες: ο Κακριδής πρώτα-πρώτα ήταν φιλόλογος, όχι αρχαιολόγος, και χρησιμοποίησε τις εικόνες στο πόνημά του για να παρουσιάσει την ελληνική μυθολογία, ξεκινώντας από τους θεούς και πηγαίνοντας μετά στους ήρωες. Ο Schefold ξεκίνησε φιλολογικές σπουδές, αλλά κατέληξε στην αρχαιολογία. Και το έργο του τοποθετεί στο προσκήνιο τους ελληνικούς μύθους όπως παρουσιάζονται στα τέχνεργα της εκάστοτε εποχής. 

Στην άλλη περίπτωση υπάρχει η 15τομη σειρά "Ελληνική Τέχνη", οι 6 πρώτοι τόμοι της οποίας είναι αφιερωμένοι στην Αρχαιότητα. Κάποιοι έχουν υποθέσει οτι οι τόμοι π.χ. σε επιμέλεια και συγγραφή του καθηγητή του ΑΠΘ Μιχάλη Τιβέριου για τα αγγεία και τα γλυπτά (εικ. 5), αντιγράφουν τους αντίστοιχους τόμους των Erika Simon (που "αντικατέστησε" τρόπον τινά τον παλαιότερο τόμο του Paolo Enrico Arias επί του ιδίου αντικειμένου) και Reinhard Lullies από τις εκδόσεις Max Hirmer του Μονάχου. Οι τόμοι όμως του Τιβέριου είναι εξαιρετικοί για τα ελληνικά - και όχι μόνο για αυτά - δεδομένα. Και δεν χρειάζεται να γίνει καμία αντιγραφή. Φυσικά και υπάρχουν ομοιότητες. Ο γερμανικός εκδοτικός οίκος είναι κάτι λιγότερο από 2 δεκαετίες αρχαιότερος του ελληνικού και ασφαλώς θα στάθηκε ως έμπνευση για τον σχεδιασμό των τόμων της "Εκδοτικής Αθηνών". Και τα 4 αυτά έργα είναι εξαιρετικά και ορθό και σημαντικό είναι να μελετώνται κατ΄αντιπαράσταση.

Τα προαναφερόμενα έργα του ελληνικού εκδοτικού οίκου αποτελούν απτές αποδείξεις του ότι η εγχώρια αγορά επιτρέπει την δημιουργία και διακίνηση ποιοτικής βιβλιογραφίας. Ευτυχώς που υπάρχουν και συμβάλουν στην διάδοση της γνώσης των αρχαιογνωστικών επιστημών. Χωρίς αυτές, το συγκεκριμένο γνωστικό πεδίο θα ήταν απλά φτωχό.

 

Donnerstag, 3. September 2026

ΤΙ ΣΥΝΕΒΕΙ ΣΤΗΝ ΝΟΤΙΑ Tell el-Far´ah;

 Μια αλληλουχία γεγονότων όπως: 

(1) η ονείρωξη του νυν προέδρου των ΗΠΑ να μετατραπεί η Λωρίδα της Γάζας σε πολυτελές τουριστικό θέρετρο στο στυλ της Κυανής Ακτής, του Ντουμπάϊ ή του Ελληνικού, 

(2) η δημοσίευση του νέου βιβλίου του Wolfgang Zwickel αναφορικά με τις αρχαιότητες της Γάζας, 

(3) η δημιουργία αρχαιολογικού κτηματολογίου από την Αρχαιολογική Υπηρεσία του Ισραήλ, 

(4) οι εργασίες του συνεδρίου της European Association of Archaeologists (ΕΑΑ) στην Αθήνα μεταξύ 26-29 Αυγούστου 2026, οι οποίες ξεσήκωσαν τις φιλοπαλαιστινιακές οργανώσεις, καθώς και μερίδα των συνδικαλιστικών οργάνων των Ελλήνων Αρχαιολόγων (τόσο μόνιμων, όσο και έκτακτων), εξαιτίας της συμμετοχής Ισραηλινών και φιλοισραηλινών επιστημόνων, οι οποίοι (πιστεύεται οτι) υποστηρίζουν ακραίες θέσεις και παραλίγο να οδηγήσουν σε διακοπή ή αναστολή του συνεδρίου, 

μας οδηγήσαν σε δαιδαλώδεις συνειρμούς. Συνειρμούς, οι οποίοι συνδέονται με συγκεκριμένο αρχαίο νεκροταφείο στην θέση Tell el-Far´ah του νότου. Αυτό το τελευταίο τονίζεται, διότι υπάρχει και βόρεια Tell el-Far´ah.  Γιατί όμως ήρθε στην σκέψη μας η θέση αυτή, η οποία δεν ανήκει στην Λωρίδα της Γάζας, αλλά συνορεύει με αυτήν; 

Εικ. 1: επιλογή τάφων από το νεκροταφείο 500 της νότιας Tell el-Far´ah (Gilmour 1995)

 
Εικ. 2: οι "φιλισταϊκοί" τάφοι του νεκροταφείου 500 (Waldbaum 1966)

 Η Tell el-Far´ah (S), όπως είναι γνωστή στην διεθνή βιβλιογραφία για να ξεχωρίζει από την βορειότερη συνονόματη θέση, βρίσκεται στην έρημο Negev και απέχει περί τα 20 χλμ. νότια από την πόλη της Γάζας. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, ο Flinders Petrie ανέσκαψε στην Tell el-Far´ah (S) και ανακάλυψε 2 νεκροταφεία: το νεκροταφείο 900, το οποίο χρονολογείται από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού ΙΙ εως την Εποχή του Σιδήρου, και το νεκροταφείο 500, το οποίο ήταν σε χρήση μεταξύ 12ου και 11ου αι. π. Χ. Το νεκροταφείο αυτό αποκαλείται επίσης και "φιλισταϊκό" (εικ. 1). [σ.σ.: Πληροφορίες επί της χρονολόγησης στην Γ Ενότητα υποκεφ. 7 του σεμιναρίου για τις "σκοτεινές πτυχές της αρχαιολογίας"]. 

 Στην συνέχεια του παρόντος κειμένου θα ασχοληθούμε με το νεκροταφείο 500. Τον ενδιαφέρον μας περιστρέφεται περί των τάφων αρ. 532, 542, 544, 552 και 562 (εικ. 2). Και θα εξηγήσουμε ακολούθως γιατί.  

Εικ. 3: κάτοψη και τομή τυπικού μυκηναϊκού θαλαμωτού τάφου ((c) commons wikimedia)

 
Εικ. 4: κάτοψη τυπικού μυκηναϊκού θαλαμωτού τάφου ((c) commons wikimedia)
 
 Ας αναφερθεί όμως πρώτα ποιοί ήσαν οι Φιλισταίοι. Η ονομασία προέρχεται από την αιγυπτιακή λέξη PLS (Peleset), η οποία εμφανίζεται για πρώτη φορά σε ανάγλυφα στον βόρειο εξωτερικό τοίχο του 2ου πρόπυλου του "οίκου των 1000 ετών" του Ραμσή του Γ΄ (1183/2-1152/1 π. Χ. περίπου) στην θέση Medinet Habu, στην δυτική πλευρά των Θηβών (Άνω ή νότια Αίγυπτος). Τα ανάγλυφα παρουσιάζουν από τα δυτικά προς τα ανατολικά, τις μάχες του εν λόγω φαραώ και του στρατού του κατά το 8ο έτος της βασιλείας του εναντίον πολυεθνικών ή πολυφυλετικών ομάδων ξένων εισβολέων (κατά την αιγυπτιακή προπαγάνδα) ή μεταναστών (κατά την σύγχρονη ερμηνευτική προσέγγιση), οι οποίοι ονομάζονται συμβατικά "λαοί της θάλασσας". Οι PLS-Peleset-Φιλισταίοι ανήκαν σε αυτήν την ομοσπονδία λαών ή φυλών. Εικονογραφικά ξεχωρίζουν από το κάλυμμα της κεφαλής τους, το οποίο θυμίζει περισσότερο διάδημα διακοσμημένο με φτερά πτηνού, παρά περικεφαλαία. Η έτερη γραπτή πηγή αναφοράς των Φιλισταίων είναι η Παλαιά Διαθήκη. Ειδικά τα βιβλία από την Έξοδο και μετά (Κριταί, Προφήται, Βασιλείς). Σύμφωνα με τα βιβλία αυτά, οι Φιλισταίοι προήλθαν από την Kaphtor (αιγυπτ. Kapatara), η οποία ταυτίζεται με την Κρήτη. Η προαναφερόμενη αιγυπτιακή πηγή σημειώνει οτι ο φαραώ έδωσε εκτάσεις γης στην Χαναάν (νότιο Λεβάντε) για να τις εποικίσουν οι Φιλισταίοι, από τους οποίους προήλθε η ονομασία Παλαιστίνη. Στην Παλαιά Διαθήκη οι Φιλισταίοι είναι ήδη εγκατεστημένοι, όταν φτάνουν οι Ισραηλίτες. 
 
 Οι Φιλισταίοι, σύμφωνα με γραπτές πηγές και αρχαιολογικές μαρτυρίες, είχαν δημιουργήσει εναν συνασπισμό πόλεων, μια πεντάπολις (Ashdod, Ashkelon, Ekron, Gath, Gaza - οι πρώτες 4 εξ αυτών έχουν ανασκαπτεί συστηματικά). Ο υλικός τους πολιτισμός φέρει προσμείξεις, επιμείξεις και υβριδικά στοιχεία ("αμαλγάματα") από γειτονικές κουλτούρες, με τις οποίες ήρθαν σε επαφή και αλληλοαφομοιωθήκαν. Αυτό γίνεται φανερό κυρίως από την κεραμεική τους, η οποία συνδυάζει σχήματα και μοτίβα, τόσο ντόπια (χανααναϊκά), όσο και εισαγώμενα. Στα τελευταία εμφανίζονται κατά κόρον οι επηρροές από τον αιγαιακό χώρο, ειδικά από την Μυκηναϊκή κεραμεική [σ.σ.: Υστεροελλαδική ΙΙΙΓ1, η οποία συνέβαλε άμεσα στην δημιουργία της ντόπιας μονόχρωμης φιλισταϊκής κεραμεικής και στην συνέχεια εξελίχθηκε στην δίχρωμη φιλισταϊκή κεραμεική]. Λεπτομέρειες για την φιλισταϊκή κεραμεική και την χρονολόγησή της, μπορεί κανείς να βρει στην βιβλιογραφία που παρατίθεται στο τέλος του κειμένου. Για περισσότερες λεπτομέρειες ωστόσο, υπάρχουν τα εξής έργα (σε χρονολογική σειρά): Buchholz, AA 89, 1974, σελ. 432 εικ. 79. Ben-Slomo, BAR-IS 1541 (2006) σελ. 22 πιν. 1.2, σελ. 24 πιν. 1.3. Lehmann, UF 39, 2007, σελ. 530-531 πιν. 1, σελ. 532 πιν. 2. Mountjoy 2018, σελ. 22 πιν. 1, σελ. 1096 πιν. 66.

 Στους τάφους του νεκροταφείου 500 της νότιου Tell el-Far´ah (εικ. 2) έχει πράγματι βρεθεί τέτοιου είδους κεραμεική (βλ. Laemmel 2009 εντ.). Αλλά αυτό δεν είναι το μοναδικό χαρακτηριστικό των συγκεκριμένων τάφων. Το σχήμα των τάφων είναι εξίσου ιδιαίτερο, μιας και θυμίζει βραχοσκεπείς θαλαμωτούς τάφους (αγγλ.: rock-cut chamber tombs), όπως τους ξέρουμε από το Αιγαίο της Ύστερης Εποχής του Χαλκού.

Εικ. 5: μυκηναϊκοί θαλαμωτοί τάφοι στον ελλαδικό χώρο (Galanakis, ArchRep 64, 2017/2018)

 Οι σκαλισμένοι σε υπώρειες λόφων θαλαμωτοί τάφοι είναι ο ενας βασικός τύπος ταφής των περιόδων Υστεροελλαδική ΙΙΒ-ΙΙΙΒ2 (1450-1200 π. Χ.). Ο έτερος τύπος ταφής είναι οι θολωτοί τάφοι. Αναλυτικά για την συγκεκριμένη κατηγορία ταφών μπορεί κανείς να μάθει από την 7η ενότητα του διαδικτυακού σεμιναρίου του ΚΔΒΜ Τσαούση. Εδώ θα περιοριστούμε σε βασικές πληροφορίες. 

 Οι θαλαμωτοί τάφοι είναι η πολυπληθέστερη ταφική ομάδα στον ελλαδικό χώρο. Υπολογίζεται οτι έχουν ανακαλυφθεί περισσότεροι από 4000 τάφοι, η πλειονότητα των οποίων βρίσκεται στον νομό Αργολίδας (εικ. 5). Οι τάφοι αποτελούνται από εναν στενόμακρο, κατηφορικό δρόμο, τον θάλαμο (κάμαρα), ο οποίος μπορεί να είναι ορθογώνιος, τραπεζοειδής, ελλειψοειδής, αλλά και κυκλικός. Ο θάλαμος διαθέτει είσοδο, το "στόμιο" το οποίο φραζόταν με ξερολιθιές μετά τον ενταφιασμό. Ο δε δρόμος επιχωνόταν (εικ. 3-4). Οι θαλαμωτοί τάφοι ήσαν ομαδικοί/οικογενειακοί και χρησιμοποιούνταν για πολλές γενεές. Οι σωροί των νεκρών τοποθετούνταν σε λάκκους επί του δαπέδου μαζί με κτερίσματα. Ολόκληρα νεκροταφεία έχουν ανακαλυφθεί, τα οποία χρονολογούνται στην Μυκηναϊκή Ανακτορική Εποχή: στα Δενδρά, την Πρόσυμνα, την Παλαιά Επίδαυρο (Αργολίδα), στα Αηδόνια και την Αγία Ειρήνη (Νεμέα Κορινθίας), στο Παλαιόκαστρο (Γορτυνία Αρκαδίας), στην Ιαλυσό (Ρόδος), σε θέσεις πέριξ του ανακτόρου της Κνωσσού (π.χ. Ισόπατα, Ζαφέρ Παπούρα, Σελλόπουλο). Και στην Μικρά Ασία όμως, στην Μίλητο και την Αλικαρνασσό, έχουν βρεθεί τάφοι του είδους αυτού. 

 Μέχρι  και το τέλος της Υστεροελλαδικής ΙΙΙΒ2, οι θαλαμωτοί τάφοι χρησιμοποιούνταν για την εναπόθεση σωρών. Σε ορισμένους εξ αυτών, όπως π.χ. στην Τανάγρα της Βοιωτίας και στην Αγία Τριάδα της Κρήτης, έχουν βρεθεί πήλινες εικονόγραπτες λάρνακες. Από την Υστεροελλαδική ΙΙΙΓ (Μετανακτορική Εποχή, 1200-1050 π. Χ.) όμως, στους θαλαμωτούς τάφους συναντώνται και καύσεις των νεκρών. Σε αρκετούς εξ αυτών των τάφων επίσης, ειδικά στην Κρήτη και την Αχαϊα, έχουν βρεθεί υπέρογκες ποσότητες όπλων, με συνέπεια κάποιοι ερευνητές να κάνουν λόγο για '"τάφους πολεμιστών' οι οποίοι αντικατοπτρίζουν το ταραγμένο, ασταθές κλίμα (κοινωνικό/ πολιτικό) της εποχής εκείνης. Τα μεγαλύτερα νεκροταφεία επίσης, στα οποία συγκαταλέγονται η Περατή στην Αττική και οι Αρμένοι στην Κρήτη, με άνω των 200 θαλαμωτών τάφων, χρονολογούνται εκείνην την εποχή. Και είναι κατά κάποιον τρόπο σύγχρονα με τα νεκροταφεία της νότιας Tell el-Far´ah. Πως μπορεί όμως να εξηγηθεί το γεγονός οτι ο τύπος αυτός ταφής έφτασε στην Παλαιστίνη; Από ποιούς και από που προήλθε; Και γιατί χρησιμοποιήθηκε ο συγκεκριμένος τύπος ταφής;

 Κάποιοι ερευνητές θεωρούν οτι ο θαλαμωτός τάφος είναι εξέλιξη του απλού λακκοειδούς και λιθόκτιστου τάφου (Hiller, σε Laffineur (επιμ.) Transition. Aegaeum 3, 1987, σελ. 137-138). Άλλοι θεωρούν οτι η μορφή αυτή τάφων προϋπήρχε και προήλθε, είτε από την Πελοπόννησο και το Ιόνιο (Papadimitriou, BAR-IS 925, 2001), είτε από την Κρήτη (Pini 1968). Από την Κρήτη μεταφέρθηκε στην Κύπρο, όπου εξελίχθηκε ως τάφος με πολλαπλές καμάρες [σ.σ.: Η Ελένη Μαντζουράνη στο βιβλίο της, Η Αρχαιολογία της προϊστορικής Κύπρου (Αθήνα 2001) σελ. 124-125 υποστηρίζει, οτι  οι τάφοι με πολλαπλούς θαλάμους προϋπήρχαν από την Μεσοκυπριακή Εποχή στο νησί]. Ορισμένοι ερευνητές πιστεύουν οτι από την Κύπρο, ο θαλαμωτός τάφος εισήχθηκε στην Παλαιστίνη. Παλαιότερες γενεές αρχαιολόγων, όπως οι  Waldbaum (1966) και Dothan (1982) γράφουν με ενθουσιασμό για άμεσες επηρροές από τον αιγαιακό χώρο. Οι Brug (1985) και Gilmour (1995) αντίθετα, εμφανίζονται πιο συγκρατημένοι και όπως η Laemmel (2009) για την κεραμεική, φέρουν στο προσκήνιο τις προϋπάρχουσες αρχιτεκτονικές ταφικές παραδόσεις της Παλαιστίνης της Ύστερης Εποχής του Χαλκού.

 Πράγματι, το σχήμα των τάφων 542 και 552 (εικ. 2) δεν θυμίζει ιδιαίτερα τους μυκηναϊκούς θαλαμωτούς τάφους. Μοιάζει δε να φέρει επηρροές από Κύπρο και Χαναάν. Μην ξεχνούμε όμως, πως οι Φιλισταίοι ήταν μια υβριδική κουλτούρα που αναμείχθηκε, αφομοίωσε και αφομοιώθηκε από γηγενή στοιχεία και πληθυσμούς. Μην ξεχνούμε επίσης, οτι προϊόντα (μέταλλα, ορυκτά, καλλυντικά κ.α.), ανθρώπινο δυναμικό (σκλάβοι, τεχνίτες, εμπόροι), ακόμα και ιδέες (τελετουργίες, δοξασίες, θρησκείες κ.α.) διακινούνταν μεταξύ των πολιτισμών της Εποχής του Χαλκού. Η μινωϊκή και η μυκηναϊκή κεραμεική που έχουν βρεθεί σε διάφορες θέσεις - μεταξύ αυτών και η Παλαιστίνη - είναι μάρτυρες επί αυτού. Οι θαλαμωτοί τάφοι ήσαν δημοφιλείς, διότι ήσαν πιο οικονομικοί και πιο εύκολα κατασκευάσιμοι από τους θολωτούς, και για αυτό ίσως και πιο πρακτικοί. Η δε ύπαρξη δρόμου έμπροσθεν αυτών, ίσως να σηματοδοτεί την ύπαρξη διαφοροποιημένων ταφικών πρακτικών από τις προγενέστερες περιόδους, όπως π.χ. τελετουργική εκφορά σωρού νεκρού. Οι θαλαμωτοί τάφοι είχαν πολλαπλές χρήσεις: χρησιμοποιούνταν και για ενταφιασμούς σωρών και για καύσεις. Σε αυτούς ενταφιάζονταν και μέλη των τοπικών ελίτ και μη προνομιούχοι. Συνδύαζαν την απλότητα με την μεγαλοπρέπεια. 

 Οι τάφοι του νεκροταφείου 500 της νοτίου Tell el-Far´ah επομένως αποτελούν παράδειγμα: 

 (1) των ριζικών κοινωνικών/ οικονομικών/ πολιτικών/ πολιτιστικών μεταβολών που έλαβαν χώρα κατά το τέλος της Εποχής του Χαλκού και τις απαρχές της Εποχής του Σιδήρου, 

 (2) των αλληλεπιδράσεων και αφομοιώσεων εθνικών και πολιτιστικών στοιχείων που συντελέστηκαν την ίδια εκείνη χρονική περίοδο και οδηγήσαν στην δημιουργία νέων κοινωνιών με μεικτά εθνικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά.

 Στον αρχιτεκτονικό τους πυρήνα μπορεί να κρύβουν τις παραδόσεις και τεχνικές των υστεροελλαδικών μυκηναϊκών θαλαμωτών τάφων. Αλλά είναι κάτι περισσότερο από αυτούς, όπως και τα κτερίσματά τους. Αυτά τους τα στοιχεία τους κάνουν τόσο ξεχωριστούς και μοναδικούς.

-------------------- 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ (σε χρονολογική σειρά)

(1) Περί Φιλισταίων (γενικά έργα - επιλογή):

T. Κ. Dothan, The Philistines and their material Culture (1982)

J. F. Brug, A Literary and Archaeological Study of the Philistines. BAR-IS 265 (1985) [διαρθρωμένο κατά το υπόδειγμα του βιβλίου της Dothan, ασκεί κριτική σε αυτό]

A. Yasur-Landau, The Philistines and Aegean Migration at the End of the Late Bronze Age (2010)

 (2) Περί του νεκροταφείου:

J. C. Waldbaum, Philistine Tombs at Tell Fara and their Aegan Prototypes, in: AJA 70, 1966, pp. 331-340

W. H. Stiebig, Another Look at the Origins of the Philistine Toms at Tell el-Far´ah (S), in: AJA 74, 1970, pp. 139-143 [κριτική στο προαναφερόμενο άρθρο της Waldbaum

G. Gilmour, Aegean Influence in Late Bronze Age Funerary Practices in the Southern Levant, in: S. Campell - A. Green (eds.) The Archaeology of Death in the Ancient Near East. Oxbow Monograph 51 (Oxford 1995) pp. 155-170 [αναφορικά με τους τάφους]

S. Laemmel, A Note on the Material from the Late Bronze Age and the Early Iron Age Cemeteries at Tell el-Far´ah South, in: C. Bachhuber - R. Gareth Roberts (eds.) Forces of Transformation (Oxford 2009) pp. 168-183 [αναφορικά με τα κτερίσματα των τάφων]

Sonntag, 30. August 2026

The Schaft Graves of the Grave Circle A of Mycenae in their Aegean-Mediterranean Context.

 Φέτος συμπληρώνονται 150 χρόνια από τότε που ο Σλήμαν ανέσκαψε στις Μυκήνες και ανακάλυψε τους Λακκοειδείς Τάφους του Ταφικού Κύκλου Α. Η ανακάλυψη αυτή ήταν τόσο μεγάλης σημασίας που χαρακτηρίζει πλέον μια ολόκληρη εποχή. 'Οταν δηλαδή γίνεται λόγος για την "Εποχή των Λακκοειδών Ταφών" εννοείται ουσιαστικά η Πρώϊμη Μυκηναϊκή ή αλλιώς Υστεροελλαδική Ι-ΙΙΑ Περίοδος (1600-1450 π. Χ.). Οι απαρχές της εποχής αυτής ωστόσο τοποθετούνται στην Μεσοελλαδική ΙΙΙ (1700-1600 π. Χ.), καθώς τότε χρονολογείται ο αρχαιότερος Ταφικός Κύκλος Β, ο οποίος βρίσκεται εκτός των τειχών της μυκηναϊκής ακροπόλεως και ανεσκάπτει κατά την δεκαετία του 1950 από τους Έλληνες αρχαιολόγους Ιωάννη Παπαδημητρίου και Γεώργιο Μυλωνά. 

Εικ. 1

 Το ομώνυμο "Μουσείο Σλήμαν" στην κωμόπολη Ankershagen τιμά την επέτειο αυτή με μια μικρή, αναμνηστική έκθεση, η οποία θα διαρκέσει μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου του τρέχοντος έτους (βλ. εικ. 1). 
 
 Με αφορμή την επέτειο και την έκθεση αυτή, ας αναφερθούν εδώ ορισμένα στοιχεία, ώστε να γίνει κατανοητό, γιατί η ανακάλυψη αυτή είναι μείζονος σημασίας. Στοιχεία έχουν παρθεί από την 6η ενότητα του διαδικτυακού σεμιναρίου ΚΔΒΜ Τσαούση αναφορικά με την Ταφική Αρχαιολογία. Αναφορικά με την προσωπικότητα και το έργο του Σλήμαν, καλό είναι να ανατρέξουν οι αναγνώστες του ιστολογίου στην 3η ενότητα του διαδικτυακού σεμιναρίου του ιδίου ΚΔΒΜ σχετικά με τις σκοτεινές πτυχές της Αρχαιολογίας
 

Εικ. 2
 Κατ΄αρχάς, οι Λακκοειδείς Τάφοι καθεαυτοί ως είδος ταφής, δεν είναι παρά ορθογώνιοι φρεατοειδείς λάκκοι βάθους μεταξύ 1,20-3,50 μ., οι οποίοι καλύπτονταν από λίθινες πλάκες (εικ. 2). Ο Ταφικός Κύκλος Α - χρονολογούμενος σε αυστηρά πλαίσια μεταξύ 1600 και 1500 π. Χ. - βρίσκεται εντός των τειχών της μυκηναϊκής ακροπόλεως, τα οποία χτιστήκαν κατά την Υστεροελλαδική ΙΙΙΑ1 (1400 π. Χ. - είναι η επονομαζόμενη "Μυκηναϊκή Ανακτορική Εποχή") και ήσαν ορατά - όπως και τμήμα της "Πύλης των Λεόντων" κατά την κλασική αρχαιότητα, τον μεσαίωνα και τους νεότερους χρόνους. Ο Ταφικός Κύκλος Α διέθετε κυκλικό περίβολο και τουλάχιστον 4 ανάγλυφες επιτύμβιες στήλες από ασβεστόλιθο (εικ. 3). Συμπεριλάμβανε 6 τάφους, στους οποίους ήσαν ενταφιασμένοι 17 ενήλικες - 9 γυναίκες, 8 άνδρες - και 2 παιδιά. Οστεολογικές αναλύσεις απέδειξαν οτι οι ενταφιασμένοι ήσαν συγγενείς. Οι τάφοι είναι αριθμημένοι με λατινικούς χαρακτήρες. Εξ αυτών οι ΙΙ και IV είναι οι αρχαιότεροι, χρονολογικά παράλληλοι με τους τελευταίους τάφους του Ταφικού Κύκλου Β. Ο Σλήμαν ανέσκαψε τους πρώτους 5 στα 1876. Τον 6ο τάφο τον ανακάλυψε και τον ανέσκαψε ο γιατρός Παναγιώτης Σταματάκης μεταξύ 1876-1878 (εικ. 4). Ο Σταματάκης επέβλεπε τις εργασίες του Σλήμαν για λογαριασμό της ελληνικής κυβερνήσεως. Οι ημερολογιακές του καταγραφές είναι λεπτομερέστερες από του Σλήμαν.
 
Εικ. 3

Εικ. 4

 Τα ευρήματα του Ταφικού Κύκλου Α μπορεί κανείς να τα δει στην μόνιμη έκθεση στο ισόγειο του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου Αθηνών. Τα πλουσιώτερα και πιο εντυπωσιακά ευρήματα προέρχονται από τους τάφους III, IV και V. Σε αυτά περιλαμβάνονται 5 χρυσές προσωπίδες, 41 ξίφη, 17 εγχειρίδια, περισσότερα από 28 αγγεία από χρυσό και άργυρο, κοσμήματα από πολύτιμους λίθους και μέταλλα (εικ. 5-7) και πολλά άλλα αντικείμενα. Τα ευρήματα έχουν δημοσιευτεί υποδειγματικά από τον Georg Karo ως "Die Schachtgräber von Mykene" (München 1930-1933). 

Εικ. 5

Εικ. 6

Εικ. 7
 Γιατί όμως ο Ταφικός Κύκλος Α είναι σημαντικός και ποιά είναι η συμβολή του στην Αρχαιολογία του Αιγαιακού κόσμου;

 Κατ΄αρχάς με την ανακάλυψη του Σλήμαν επιβεβαιώθηκε οτι υπήρχε προϊστορία στον ελλαδικό κόσμο. Υπήρξε Εποχή του Χαλκού με ανεπτυγμένο, υψηλό πολιτισμό. Κατ΄αυτόν τον τρόπο δώθηκε βάθος στην ελληνική αρχαιότητα. Ο Σλήμαν βέβαια, ήθελε να αποδείξει την ιστορικότητα των ομηρικών επών. Για αυτό π.χ. ονόμασε την προσωπίδα της εικ. 5 "Μάσκα του Αγαμέμνωνα". Την εποχή του Σλήμαν ωστόσο, οι επιστημονικές μέθοδοι δεν είχαν εξελιχθεί τόσο πολύ, επομένως δεν ήταν γνωστό οτι τα ευρήματα των Λακκοειδών Ταφών ήσαν περί τους 4 αιώνες αρχαιότερα του ομηρικού Τρωϊκού πολέμου.

 Αδιαμφισβήτητη θεωρείται από πολλούς μελετήτες η πολιτιστική επηρροή του προϋπάρχοντος μινωϊκού πολιτισμού στην τέχνη της Εποχής των Λακκοειδών Ταφών. Εύλογο, μιας και την περίοδο εκείνη, η λεγόμενη "Μινωϊκή Θαλασσοκρατορία" βρισκόταν στο απόγειό της. Προϊόντα, πρώτες ύλες, ανθρώπινο δυναμικό ανταλλάσσονταν και αλληλεπιδρούσαν μεταξύ Μινωϊκής Κρήτης και Μυκηναϊκής Ελλάδας. 

 Δεν αποκλείεται η υπόθεση, η δυναστεία που κυριαρχούσε τότε στις Μυκήνες να παρήγγειλε τα τέχνεργα που βρεθήκαν στους Λακκοειδείς Τάφους. Χάρις σε αυτού του είδους την τεχνογνωσία εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην ηπειρωτική Ελλάδα η εικονογραφία ρεαλιστικών αναπαραστάσεων ανθρωπίνων μορφών και ζώων (εικ. 6-7). 

 Συν τοις άλλοις εμφανίστηκε και η χρήση της τεχνικής σμάλτου ονόματι "νιέλλο", κατά την οποία ενα λιωμένο κράμα θειαφιού, μόλυβδου, χαλκού και αργύρου απλώνεται επί επιφανείας μεταλλικού αντικειμένου το οποίο φέρει εγχάρακτη διακόσμηση (εικ. 6). 

 Άλλες καινοτομίες της εποχής εκείνης περιλαμβάνουν την εισαγωγή και χρήση δίτροχου και δίθριππου άρματος (άρμα το οποίο σύρεται από 2 άλογα δηλαδή) και την χρήση ξίφους. Και στις 2 περιπτώσεις αντικατοπτρίζονται νέες τεχνικές μάχης (εικ. 7). 

 Η εύρεση στους τάφους κοσμημάτων και αγγείων από υλικά, όπως κεχριμπάρι από την Βαλτική, φαγεντιανή, αλάβαστρο, λάπις λάζουλι (αιγυπτιακό μπλε), αυγά στρουθοκάμηλου, ελεφαντόδοντο, ήλεκτρο και χρυσό συνολικού βάρους 15 κιλών περίπου, συνηγορούν υπέρ διαπολιτιστικών και εμπορικών δεσμών, όχι μόνο με την Μινωϊκή Κρήτη, αλλά και με άλλους πολιτισμούς της Εποχής του Χαλκού, όπως της Αιγύπτου. Το πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό και πολιτιστικό πλαίσιο της τελευταίας κατά την Εποχή των Λακκοειδών Ταφών, την θέλει διαιρεμένη σε τουλάχιστον 3 κέντρα εξουσίας, ενα εκ των οποίων ήταν των σημιτικής καταγωγής Υξώς στο Δέλτα του Νείλου. Η δυναστεία επομένως των ηγεμόνων της εποχής του Ταφικού Κύκλου Α, δεν ήταν μόνο σύγχρονη της "Μινωϊκής Θαλασσοκρατορίας", αλλά και της λεγόμενης "2ης Ενδιάμεσης Περιόδου στην Αίγυπτο".

 H σπουδαιότητα των ενταφιασμένων στηρίζεται επίσης στο γεγονός οτι οι επόμενες γενεές, ενέταξαν τον περίβολο του Ταφικού Κύκλου Α πίσω από τα τείχη της ακροπόλεως (εικ. 3). Η διαρρύθμιση και η αρχιτεκτονική του Ταφικού Κύκλου Α, με τον περίβολο και τις επιτύμβιες στήλες, του προσδίδει τον χαρακτήρα ανοικτού δημοσίου σήματος, στον οποίον λαμβάναν χώρα τιμητικές τελετουργίες.  

 Να αναφερθεί τέλος και το ότι η Εποχή των Λακκοειδών Ταφών - αναλόγως βέβαια του ποιά χρονολόγηση ακολουθείται - εντάσσεται στο γενικό υπόβαθρο της έκρηξης του ηφαιστείου της Θήρας. και των επακόλουθων αυτής. Από την μια μεριά, υπάρχει η νέα ή υψηλή χρονολόγηση, η οποία υποστηρίζεται από τις θεωρητικές επιστήμες. Η δενδροχρονολόγηση, η ανάλυση γύρης και πόλων από παγετώνες έχουν δώσει αποτελέσματα μεταξύ 1659-1600 π. Χ. Από την άλλη όμως, η παραδοσιακή ή συμβατική χαμηλή χρονολόγηση βασίζεται στην χρονολόγηση της μινωϊκής κεραμεικής που βρέθηκε στις ανασκαφές στο Ακρωτήρι και τοποθετείται στην Υστερομινωϊκή ΙΑ (1500 π. Χ.). Μια χρονική απόσταση ενός αιώνα δηλαδή, σύμφωνα με τα 2 αυτά χρονολογικά συστήματα. Πρόσφατα ευρήματα από τις ακτές της ανατολικής Μικράς Ασίας, όπως ο σκελετός έφηβου φέρονται να υποστηρίζουν την παραδοσιακή χρονολόγηση. Στην περίπτωση αυτή χρειάζονται ασφαλώς περισσότερα και ισχυρότερα στοιχεία.


ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΕΙΚΟΝΩΝ

Εικ. 1-2, 5-7: (c) wikimedia commons

Εικ. 3-4: (c) R. Laffineur, ΜΝΗΜΗ.17th Intern. Aegean Conference, Udine, April 2018. Aegaeum 43 (Liège 2019)

Mittwoch, 19. August 2026

ΑΛΛΟΣ ΕΝΑΣ ΣΥΛΛΟΓΙΚΟΣ ΤΟΜΟΣ ΓΙΑ ΤΗΝ ΠΡΩΪΜΗ ΕΠΟΧΗ ΤΟΥ ΣΙΔΗΡΟΥ.

 Πρόσφατα κυκλοφόρησε ο νέος συλλογικός τόμος από την σειρά "Cambridge Companions" σε επιμέλεια των Jane B. Carter και Carla M. Antonaccio αναφορικά με την Πρώϊμη Εποχή του Σιδήρου (εικ. 1). Και οι 2 επιμελητές, όπως και οι συμμετέχοντες συγγραφείς, είναι καταξιωμένοι ακαδημαϊκοί και αυθεντίες στον τομέα τους. Το έργο αυτό συμπληρώνει την ήδη υπάρχουσα βιβλιογραφία. Και όχι μόνο: 

Εικ. 1

  Θα μπορούσε κάποιος να ισχυριστεί, οτι το βιβλίο αυτό είναι κάτι σαν άτυπη συνέχεια του τόμου "The Cambridge Companion to the Aegean Bronze Age" σε επιμέλεια της Cynthia W. Shelmerdine (εικ. 2), κατά παρόμοιο τρόπο με τα αντίστοιχα βιβλία των Oliver Dickinson, Eric Cline και Jan Bouzek. Όπως επομένως τα προαναφερόμενα, έτσι και οι 2 τόμοι της σειράς αυτής του Cambridge θα μπορούσαν να τοποθετηθούν πλάι-πλάι στο ίδιο ράφι. Ως συμπλήρωμα της αντίστοιχης, ενιαίας βιβλιογραφίας.

Εικ. 2

 Και ποιός ξέρει; Μπορεί οι "ανταγωνιστές" να βγάλουν επίσης κανένα "Oxford Handbook" για την ίδια αυτήν χρονική περίοδο, την Πρώϊμη Εποχή του Σιδήρου στην Ελλάδα δηλαδή. Υπάρχει άλλωστε ήδη το αντίστοιχο βιβλίο για την Εποχή του Χαλκού...

Donnerstag, 13. August 2026

ΤΟ "ΜΥΣΤΗΡΙΟ" ΜΕ ΤΙΣ ΚΟΠΕΣ ΝΟΜΙΣΜΑΤΩΝ ΤΩΝ ΣΕΒΗΡΩΝ ΣΤΗΝ ΠΕΛΛΟΠΟΝΗΣΟ.

 Επιστροφή στην Πελοπόννησο (εικ. 1), καθώς το ακόλουθο θέμα δεν είναι απλώς ενδιαφέρον και συναρπαστικό, αλλά αποτελεί αφορμή για "ισχυαλγίες" στους ακαδημαϊκούς κύκλους:

 Υπάρχουν κάποιες πόλεις-κράτη της Πελοποννήσου, οι οποίες κατά την διάρκεια της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας, αν και υποτελείς (η Ελλάδα ως γνωστόν κατακτήθηκε το 146 π. Χ. και η Κόρινθος έγινε η πρωτεύουσα της ρωμαϊκής επαρχίας της Αχαϊας. Η Πάτρα είναι ρωμαϊκή κτήση), δεν έκοψαν δικά τους νομίσματα. Μόνο επί αυτοκράτορος Σεπτιμίου Σεβήρου (193-211 μ. Χ.) υπήρξαν περί τις 33 πόλεις, οι οποίες έκοψαν δικά τους νομίσματα. Οι περισσότερες εξ αυτών είναι αρκαδικές. Τα νομίσματα αυτά, κατά κύριο λόγο από χαλκό, απεικονίζουν από την μια όψη τον ίδιο τον αυτοκράτορα και από την άλλη θεότητες που λατρεύοταν στην εκάστοτε πόλη, με αναγραφή του ονόματος της πόλης. Αρκετά από αυτά τα νομίσματα απεικονίζουν μέλη της οικογενείας του αυτοκράτορα: την 2η σύζυγό του, Ιουλία Δόμνα, και τους δυο γιούς του ζεύγους, τον Καρακάλλα και τον Γέτα. Μόνο υποθέσεις μπορούν να γίνουν για το πως κινούνταν η οικονομία στις πόλεις που δεν είχαν δικό τους νόμισμα [βλ. J. B. Gress, The Coinage of the Peloponnese under Septimius Severus (M.A. Colorado 2013) σελ. 24-26 και ειδικά υποσημ. 51-52. M. Crawford, Money Exchange in the Roman World, JRS 60, 1970, σελ. 40-48]. Αυτό βέβαια είναι μόνο ενα πρόβλημα και ούτε καν η κορυφή του παγόβουνου.

Εικ. 1: χάρτης Πελοποννήσου

 Η κορυφή του παγόβουνου είναι, γιατί δεν υπήρξε κοπή νομισμάτων πρό Σεβήρου, ή για να τεθεί κάπως διαφορετικά, γιατί ειδικά επί Σεβήρου κοπήκαν νομίσματα και μάλιστα σε πόλεις που δεν είχαν ιστορικό κοπής και τι μπορεί να σημαίνει αυτό. Για να γίνει κατανοητή η προβληματική, θα αναφερθούν τα ακόλουθα:
 
 Ο Σεβήρος γεννήθηκε στην Μεγάλη Λέπτιδα (Leptis Magna) της Λιβύης το 145 μ. Χ. Νυμφεύτηκε την 2η σύζυγό του, Ιουλία Δόμνα, η οποία καταγώταν από αριστοκρατική οικογένεια της Έμεσας μετά τον θάνατο της 1ης, το 186 μ. Χ. Ο πρώτος γιος του ζεύγους, ο οποίος απέκτησε το παρατσούκλι Καρακάλλας, γεννήθηκε το 188 μ. Χ. Τον επόμενο χρόνο γεννήθηκε ο 2ος γιος, ο Γέτας. Το 193 μ. Χ., μετά την δολοφονία του Κόμμοδου, ο Σεβήρος ανακυρήχθηκε αυτοκράτορας από τις ρωμαϊκές λεγεώνες. Τον επόμενο χρόνο νικάει τον ανταγωνιστή του Percenius Niger στην μάχη της Ισσού. Μεταξύ 194 και 196 μ. Χ. ο Σεβήρος πολεμάει στην Παρθία. Το 197 μ. Χ. νικάει εναν άλλον ανταγωνιστή, τον κυβερνήτη της Βρετανίας Clodius Albinius στην μάχη του Lugdunum. Είχε προλάβει να ορίσει τον μεγάλο του γιο Καίσαρα το 196 μ. Χ. Την επομένη χρονιά, όρισε Καίσαρα και τον μικρότερο γιό. Ο Καρακάλλας πήρε τον τίτλο του Αύγουστου το 198 μ. Χ. και ο Γέτας ακολούθησε το 209  μ. Χ. Συνεπώς ο Σεβήρος συνκυβέρνησε με τους δυο του γιους από το 198 και μέχρι τον θάνατό του, το 211 μ. Χ. [βλ. βιβλ. σε: Galanis 2022, σελ. 68 υποσημ. 682]

Εικ. 2: Septimius Severus

 
Εικ. 3: Julia Domna

Εικ. 4: Caracalla

Εικ. 5: Geta


 Ενα χαρακτηριστικό παράδειγμα αποτελεί η νομισματοκοπία του Ορχομενού της Αρκαδίας. Η πόλη αυτή είχε πρωτοκόψει δικό της νόμισμα κατά τον 4ο αι. π.Χ., στα πλαίσια ενος οικοδομικού προγράμματος [βλ. Galanis 2022, σελ. 102 υποσημ. 1050-1051]. Ακολούθησε ενα μεγάλο χρονικό κενό, μέχρι και τον 2ο αι. μ. Χ., όταν ο Σεβήρος έγινε αυτοκράτορας. Δεν έχουν βρεθεί κοπές ορχομένιων νομισμάτων άλλων χρονικών εποχών.

 Η εικονογραφία των ορχομένιων νομισμάτων επί Σεβήρου (εικ. 2-5) παρουσιάζει ορισμένες ιδιομορφίες: απεικονίζονται π.χ. μόνο ο αυτοκράτωρ, η σύζυγός του και οι 2 γιοι σε νεαρή ηλικία. Από κοπές άλλων πόλεων είναι γνωστό οτι υπήρχαν και νομίσματα με την μορφή της Φουλβίας Πλαυτίλλας, την οποία είχε νυμφευτεί ο Καρακάλλας στα 202 μ. Χ. σε ηλικία 14 ετών. Ο γάμος όμως διαλύθηκε στα 205 μ. Χ. και η Πλαυτίλλα μαζί με την οικογένειά της εξορίστηκε. Πιθανόν για αυτόν τον λόγο να μην κοπήκαν νομίσματα με την μορφή της στον αρκαδικό Ορχομενό. Μέχρις στιγμής τουλάχιστον δεν έχουν βρεθεί αποδείξεις για το αντίθετο. Οι κομμώσεις της Ιουλίας Δόμνας συν το νεαρό της ηλικίας των γιών της και ειδικά του Καρακάλλα - ο οποίος στα ορχομένια νομίσματα δεν φέρει τα τραχιά, άγρια χαρακτηριστικά, με τα οποία είναι κυρίως γνωστός στην ρωμαϊκή εικονογραφία - μπορούν να υποστηρίξουν μια χρονολόγηση των συγκεκριμένων νομισμάτων μεταξύ 198 και 209 μ. Χ., όταν δηλαδή ο Σεβήρος είχε βγεί νικητής από τις αναμετρήσεις του με τους Niger και Albinius, και συγκυβερνούσε με τους γιούς του [συγκρ. με: Galanis 2017, σελ. 178-179]. Από την άλλη πλευρά όμως θα πρέπει να συνυπολογιστούν και ευρήματα, όπως 4 νομίσματα, τα οποία φέρουν το επίθετο "Πετρίναξ", όπως και μια επιγραφή, η οποία φέρει το ίδιο αυτό επίθετο και αποκαλεί τον αυτοκράτορα "ευεργέτη" (στα ελληνικά ασφαλώς!). Η επιγραφή και προφανώς και τα συγκεκριμένα νομίσματα, χρονολογούνται στα 193 μ. Χ., όταν δηλαδή ο Σεβήρος ανακυρήχτηκε αυτοκράτωρ. Πιθανόν να υπάρχει κάποια σύνδεση εδω, η φύση της οποίας είναι άγνωστη. Ίσως χάρη στην ευεργεσία αυτή να αποκτήσαν οι Ορχομένιοι τα μέσα ώστε να κόψουν δικό τους νόμισμα [βλ. Galanis 2017, σελ. 178 υποσημ. 79]. Σε γενικές γραμμές πάντως φαίνεται οτι τα πρωϊμότερα νομίσματα του Ορχομενού κοπήκαν το 193 μ. Χ.. Μετά το 209 μ. Χ. δεν υπάρχουν κοπές της πόλης αυτής [συγκρ. με: Gress 2013, σελ. 23 πιν. 3].  

 Γιατί όμως υπάρχει έξαρση κοπής νομισμάτων επί Σεβήρου; Οι περισσότεροι ερευνητές υποστηρίζουν οτι ο Σεβήρος ήθελε να χρηματοδοτήσει του πολέμους του και να εξοφλήσει έτσι τους στρατιώτες του [βλ. βιβλ. σε: Galanis 2022, σελ. 101 υποσημ. 1037]. Αυτή είναι η καθιερωμένη άποψη. Νεώτεροι ερευνητές πιστεύουν οτι οι κοπές χάλκινων νομισμάτων στις ρωμαϊκές επαρχίες ήσαν αποτέλεσμα μιας αποκεντρωτικής πολιτικής της Ρώμης [Gress 2013, σελ. 24-32]. 

 Ίσως η αλήθεια να βρίσκεται κάπου στην μέση. Πολέμοι γίνονταν και προ και μετά Σεβήρου. Γιατί οι προγενέστεροι και οι μεταγενέστεροι αυτοκράτορες δεν έδωσαν την άδεια στις πόλεις των ρωμαϊκών επαρχιών να κόψουν νομίσματα; Όλως παραδόξως, στο βιβλίο του νυν υπουργού υγείας (ο οποίος αναφέρει και πρωτογενείς πηγές) φαίνεται να αναφέρονται κάποια ενδιαφέροντα πράγματα! Στο βιβλίο του "Ρώμη: απλά μαθήματα ιστορίας τ. 3" (σελ. 399, Αθήνα 2025), ο Άδωνις Γεωργιάδης αναφέρει οτι ο Σεβήρος αύξησε τους μισθούς των στρατιωτών για να έχει τις λεγεώνες ευχαριστημένες και για να μην επαναστατήσουν. Άλλωστε χάρις σε αυτές αναγορεύτηκε αυτοκράτωρ - και δεν ήταν ούτε ο πρώτος, ούτε ο τελευταίος. Πριν αποδημήσει είχε συμβουλεύσει τους γιους του να είναι ενωμένοι και να κρατούν τον ρωμαϊκό στρατό ευχαριστημένο. Για να αυξήσει όμως τους στρατιωτικούς μισθούς, έπρεπε να αυξήσει και τους φόρους. Επειδή όμως τα αυτοκρατορικά ταμεία δεν επαρκούσαν, προχώρησε σε υποτίμηση νομίσματος. Μείωσε το ποσοστό καθαρού μετάλλου για να μπορούν να κόβονται περισσότερα νομίσματα με την ίδια ποσότητα. Κατ΄ αυτόν τον τρόπο όμως, ο Σεβήρος - σύμφωνα με τον υπουργό - οδήγησε την αυτοκρατορία σε οικονομικό πληθωρισμό, φαινόμενο άγνωστο μέχρι τότε. Τα αποτελέσματα της οικονομικής αυτής πολιτικής φανήκαν τον επόμενο αιώνα και συνέβαλαν στην κρίση και παρακμή της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.

 Μπορεί η άποψη του κου υπουργού να περιέχει ψήγματα αληθείας; Αυτό είναι ενα ζήτημα, το οποίο θα μπορούσε να ερευνηθεί δια συγκριτικής μελέτης όλων των πηγών (όχι μόνο νομισματικής, αλλά και επιγραφικής, καθώς και λοιπών φιλολογικών και αρχαιολογικών τεκμηρίων). 

  

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ (χρονολογική σειρά)

  H. S. Walker, Coins of Peloponnesos. The BCD Collection. Auctionscatalogue LHS 9, 8-9 May 2006 (Zürich 2006) 

 O. D. Hoover, Handbook of Coins of the Peloponnesos, 6th to 1st cent. BC (Lancaster 2011)

 B. Traeger, Arkadien. Die Münzstätten und Münzen von der archaischen bis zur hellenistischen Epoche (Bremen 2021)

----------------------- 

 ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΕΙΚΟΝΩΝ

Εικ. 1: @ google

Οι εικ. 2-5 προέρχονται από την ακόλουθη διδακτορική διατριβή: 

Galanis, P. Das arkadische Orchomenos in der Antike (Berlin 2022). Ηλ/κη δημοσίευση στην ιστοσελίδα της παν/κης βιβλιοθήκης του Humboldt-Universität zu Berlin.

Συγκρ. επίσης με το ακόλουθο άρθρο του ιδίου συγγραφέως: 

„Contribution to the typology and iconography of the coins from ancient Arcadian Orchomenos“, in: E. Apostolou – C. Doyen (Ed.) Το νόμισμα στην Πελοπόννησο. Conference Argos, 26.-29.05. 2011. OVOLOS 10. BCH Suppl. 57 (Athens 2017) 167-185.

Donnerstag, 6. August 2026

ΤΑ ΧΕΙΜΑΔΙΑ.

 Η ανασκαφή είναι μια μέθοδος επιτόπιας έρευνας στην αρχαιολογική επιστήμη. Η επιφανειακή (οριζόντια) έρευνα πεδίου (survey) είναι η άλλη.  Σε αυτήν, ομάδες ατόμων (συνήθως φοιτητές αρχαιολογίας), παραταγμένες σε οριζόντια σειρά και με σχετική απόσταση 2-4 μ. μεταξύ τους (αυτό εξαρτάται από το εύρος του χώρου που καλούνται να καλύψουν), "χτενίζουν" το έδαφος συλλέγοντας τυχαία ευρήματα (π.χ. όστρακα) που βρίσκουν. Τα ευρήματα αυτά καταγράφονται και ο χώρος μετράται. 

 Δεν είναι ασυνήθιστο, τα ευρήματα αυτά (1) να βρίσκονται σε θέσεις εκτός οικισμών και (2) να προέρχονται από διαφορετικές χρονολογικές περιόδους. Το κενό αυτό καλύπτει το θεωρητικό μοντέλο των νομαδικών κτηνοτροφικών πληθυσμών/ κοινωνιών (pastoral societies), οι οποίες μετακινούνταν από περιοχές σε περιοχές αναλόγως των κλιματικών συνθηκών (seasonal nomadism - transhumance). Αυτοί οι νομάδες μπορεί να είχαν μόνιμες εστίες κατοίκισης σε ορεινές περιοχές, τις οποίες όμως εγκαταλείπαν κατά τα τέλη του φθινοπώρου, για να περάσουν τους χειμώνες σε πεδινές περιοχές, στις οποίες οι θερμοκρασίες είναι πιο ήπιες. Στην Αρκαδία τουλάχιστον, οι μετακινήσεις αυτές ονομάζονται "χειμαδιά".

Εικ. 1: σκαρίφημα της διαδρομής Λεβιδίου - Επιδαύρου σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες ντόπιων [(c)2014]

 
Εικ. 2: πιθανή διαδρομή κατά προσέγγιση, βασισμένη στο σκαρίφημα της εικ. 1 [(c) google maps 2026]

 Στις εικ. 1 και 2 ("κλικ" για μεγένθυση) βλέπουμε παράδειγμα από το "χειμαδιό" κάποιων ποιμένων του Λεβιδίου Αρκαδίας προς την Επίδαυρο του νομού Αργολίδος καθ' υπόδειξη διηγήσεων ντόπιων. Το Λεβίδι είναι κεφαλοχώρι στους πρόποδες του όρους Μαίναλον, στο κέντρο της Πελοποννήσου. Το "χειμαδιό" του χωριού λάμβανε χώρα μέχρι και τα μέσα του 20ου αιώνα περίπου, από τα τέλη Οκτωβρίου και μέχρι τις αρχές Μαϊου. Εκείνες τις εποχές μεταναστεύαν περί τα 120-150 άτομα, άνδρες και γυναικόπαιδα. Μαζί τους παίρναν περί τα 50 άλογα, 30 όνους και ημίονους και γύρω στα 15.000 αιγοπρόβατα. Ενα τέτοιο ταξίδι διαρκούσε περί τις 3 με 4 μέρες. Υπήρχαν και ομάδες Λεβιδιωτών, οι οποίες μεταναστεύαν πρός Ηλεία και Μεσσηνία για να ξεχειμωνιάσουν εκεί. Οι ομάδες αυτές διανυκτερεύαν καθ΄οδόν σε αυτοσχέδια καταλύμματα. Από αυτά προέρχονται τα περισσότερα τυχαία ευρήματα επιφανείας. Αρχές της άνοιξης επιστρέφαν στο χωριό. Οι χειμώνες στην κεντρική Πελοπόννησο είναι δρυμείς, σκληροί και συχνότατα ανυπόφοροι.

 Η πλειονότητα των ερευνητών (βλ. βιβλιογραφικές παραπομπές σε: Galanis 2022 κάτωθι) πιστεύει οτι τα "χειμαδιά" ελάμβαναν χώρα στον ελλαδικό χώρο ήδη από την Νεολιθική Εποχή. Μόνο η αρχαιολόγος Α. Ντουζουγκλή [Άρια Αργολίδος. Αρχ. Δελτίον Suppl. 66 (Αθήνα 1998) σελ. 151-154] είναι της άποψης οτι η αφετηρία των μετακινήσεων του είδους πρέπει να τοποτεθείται στην Οθωμανοκρατία. Αυτό βέβαια είναι ενα ενδιαφέρον ζήτημα, το οποίο χρήζει περαιτέρω διερεύνησης. Για να υποστηριχτούν όμως επιχειρήματα είτε για την μια (υποστήριξη - αποδοχή) είτε για την άλλη πλευρά (αναίρεση - άρνηση), θα πρέπει να υπάρξουν δεδομένα. Ναι μεν έχουμε τις προφορικές διηγήσεις ντόπιων, αλλά αυτές αφορούν τον 20ο αιώνα. Τι στοιχεία έχουμε για αρχαιότερες εποχές; Μπορεί να είναι τα σκόρπια όστρακα από τις επιφανειακές έρευνες ισχυρά αποδεικτικά στοιχεία περί "χειμαδιών" στην αρχαιότητα;

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 

Galanis, P. Das arkadische Orchomenos in der Antike (Berlin 2022) σελ. 95 υποσημ. 966-967. Ηλ/κη δημοσίευση στην ιστοσελίδα της παν/κης βιβλιοθήκης του Humboldt-Universität zu Berlin.

Mittwoch, 5. August 2026

The "Mystery" of the Knossos "Temple Tomb".

 615 μέτρα νότια του ανακτόρου της Κνωσού στην Κρήτη, υπάρχει ενα κτίσμα παραμελημένο και ίσως και υποτιμημένο από την επιστήμη. Οι καθηγητές δεν το αναφέρουν στις πανεπιστημιακές τους παραδόσεις και στα σεμινάρια. Οι ανασκαφείς δεν ασχολούνται μαζί του. Δεν υπάρχουν πτυχιακές, μεταπτυχιακές, διδακτορικές, υφηγεσίες, μονογραφίες, άρθρα, συνέδρια για αυτό. Προτιμώνται τα μινωϊκά ανάκτορα που είναι και πιο εντυπωσιακά. Κι όμως, αυτό το ταπεινό κτίσμα, το οποίο ανασκάπτηκε από τον Άρθουρ Έβανς στις αρχές του 20ου αιώνα, μπορεί να είναι πολύ πιο σημαντικό από οποιοδήποτε ανάκτορο.

Εικ. 1

 Ο ανασκαφέας του το χρονολόγησε στην Μεσομινωϊκή (ΜΜ) ΙΙΙ Β (1650-1600 π. Χ.) ή Νεο-Ανακτορική (2η Μινωϊκή Ανακτορική) Εποχή κατά την χρονολόγηση του Νικολάου Πλάτωνος. Το οικοδόμημα γκρεμίστηκε κατά τα τέλη της Υστερομινωϊκής (ΥΜ) Ι Α (1600-1500 π. Χ.), αλλά ανοικοδημήθηκε και πάλι. Το κτήριο αποτελείται από 2 ορόφους, εναν υπόγειο και εναν υπέργειο.  

Εικ. 2, όροφος

Εικ. 3, υπόγειο

 Το υπέργειο κτήριο (εικ. 2) βλέπει ανατολικά και περιλαμβάνει βεράντα, η οποία ήταν προσβάσιμη από τον βορρά. Η βεράντα συνδεόταν με την οροφή επίστυλης αίθουσας μέσω διαδρόμου. Η οροφή της αίθουσας ήταν διακοσμημένη με κέρατα καθοσιώσεως και στηριζόταν από 2 κίονες (εικ. 1). Ενα κλιμακοστάσιο στο εσωτερικό του κτηρίου, νότια του διαδρόμου, συνέδεε το υπέργειο με το υπόγειο οικοδόμημα. Ο κυρίως θάλαμος του υπογείου (εικ. 3) είναι μια τετράγωνη κρύπτη 4 Χ 4. Η οροφή της είχε ξύλινη επένδυση, η οποία ήταν βαμμένη με μπλέ χρώμα και στηρίζοταν σε τετράπλευρο λίθινο στύλο. Οι τοίχοι της κρύπτης ήταν επενδεδυμένοι με αλαβάστρινες πλάκες. Η είσοδός της ήταν σφραγισμένη με ξύλινη θύρα. Ανατολικά της κρύπτης υπάρχει ενα δωμάτιο, η ξύλινη οροφή του οποίου αποτελούνταν από χοντρές, παράλληλες δοκούς και στηριζόταν από 2 τετράπλευρους στύλους. Το δωμάτιο αυτό είναι προσβάσιμο μέσω ενός διαδρόμου, η είσοδος του οποίου περιβάλλεται από 2 προδρόμους.  Το κτίσμα συμπληρώνεται στην ανατολική πλευρά από εναν ανοιχτό περίβολο και μια αίθουσα με 2 κυλινδρικούς κίονες ύψους 2,50 μ.  
Εικ. 4, ευρήματα
 
 Ο ανασκαφέας του οικοδομήματος, ο Έβανς, ερμήνευσε το υπέργειο κτίσμα ως ιερό, λόγω των κεράτων καθοσιώσεως και της αρχιτεκτονικής του. Το δε υπόγειο κτίσμα το ερμήνευσε ως νεκρικό θάλαμο, ο οποίος ήταν σε χρήση μεταξύ ΜΜ ΙΙΙ Β -ΥΜ ΙΙΙ Β (1650-1200 π. Χ.). Από την πρώτη φάση (ΜΜ ΙΙΙ Β) βρέθηκε μόνο κεραμική (εικ. 4). Από τις ΥΜ ΙΙ-ΙΙΙ περιόδους προέρχονται σκελετικά κατάλοιπα ενός ενήλικου ανδρός και ενος αγοριού, τα οποία, είτε είχαν τοποθετηθεί στο δάπεδο της κρύπτης, είτε είχαν εναποτεθεί εντός ξύλινης σαρκοφάγου, η οποία δεν διασώθηκε. Ως κτερίσματα βρεθήκαν αγγεία μινιατούρες, όπως ενα αλάβαστρο και ενας ψευδόστομος αμφορέας. Ο ¨Εβανς υποθέτει οτι τα σκελετικά κατάλοιπα θα μπορούσαν να είναι θύματα του σεισμού που έπληξε την Κρήτη κατά το τέλος της ΥΜ Ι Α περιόδου (και ο οποίος πιθανόν να συνδέεται με την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας). Το κτήριο θα μπορούσε να έχει πρωταρχικά λατρευτικό χαρακτήρα, ο οποίος στην πορεία του χρόνου συνδυάστηκ με το ταφικό στοιχείο.

Εικ. 5, αναπαράσταση
 
 Από την εποχή του Έβανς και μετά δεν ασχολήθηκε κανείς με το οικοδόμημα αυτό και τα ευρήματά του. Θεωρούμε οτι μια αναθεώρηση έχει βάση, ειδικά τώρα, με την έξαρση της τεχνολογίας. Η χρήση της τελευταίας (π.χ. τεχνικές geoscanns, lidar, GIS, ARCOR) μπορεί, είτε να επιβεβαιώσει, είτε να αποδείξει καινούργια στοιχεία αναφορικά με την αρχιτεκτονική και την ερμηνεία του κτηρίου (εικ. 5). Αυτό ειδικά, διότι δεν είναι γνωστό, εαν υπάρχουν παρόμοια οικοδομήματα της μινωϊκής Κρήτης, τα οποία προσφέρουν συνδυασμό υπόγειας νεκρικής κρύπτης με υπέργειο ιερό. Τα γνωρίσματα αυτά απαντούν σε μνημεία της Εγγύς Ανατολής από την Εποχή του Χαλκού, όπως π.χ. οι μασταμπάδες της Αιγύπτου και οι νεκρικές βασιλικές κρύπτες στην Quatna της Συρίας. Οπότε τι σημαίνει αυτό; Μήπως έχουμε στην περίπτωση αυτήν έξωθεν επηρροές; Αυτό από μόνο του αποτελεί εναν καλό λόγο για έρευνα, μελέτη, πιθανή αναθεώρηση και επανερμηνεία του "Temple Tomb" της Κνωσού, σε σύγκριση με τα "ex oriente (lux)" παράλληλα.

 

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ (χρονολογική σειρά)

 A. Evans, The Palace of Minos at Knossos IV, 2 (London 1964) σελ. 964-978, 988-992, 1002-1018. σελ. 976 εικ. 936

 I. Pini, Beiträge zur minoischen Gräberkunde (Wiesbaden 1968) σελ. 39-40, Nr. XVII. σελ. 84 εικ. 36

 W. Löwe, Bronzezeitliche Bestattungen auf Kreta. BAR-IS 642 (Oxford 1996) Nr. 506 σελ. 202 εικ. 20 

Π. Γαλάνης, Ταφική Αρχαιολογία - Διαδικτυακό Σεμινάριο ΚΔΒΜ Τσαούση (διαθέσιμο από 2023), κεφάλαιο 5ο 


ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΕΙΚΟΝΩΝ

 βλ. Evans IV, 2 (1964) ως ανωτέρω  - τα σχέδια (τομές, κατόψεις, αναπαραστάσεις - εικ. 2-3, 5) έγιναν από τον Piet de Jong