![]() |
Εικ. 1: τυπολογία ρωμαϊκών αψίδων κατά Kähler, RE VII A (1939) σελ. 485-486 εικ. 1-24 Υπάρχουν ωστόσο τομείς ευρημάτων, στους οποίους η χρονολόγηση έρχεται σε "δεύτερη μοίρα" και θα χρειαστεί διαφορετική μέθοδος ταξινόμησης. Οι ρωμαϊκές αψίδες (εικ. 1) ανήκουν στους τομείς αυτούς. Πρόκειται για μια, κατά την γνώμη μας, υποτιμημένη κατηγορία μνημειακής αρχιτεκτονικής. H αψίδα (ελλ.: οι αψίδες, αγγλ.: the Arch/ Arches, γαλλ.: L´Arc/ les Arcs, ιταλ.: L´Arco/ Arce, γερμ.: die Arche/ die Archen) είναι ένα ιδιαίτερο, ανεξάρτητο μνημείο, το οποίο μπορεί να αποτελείται από 1 τόξο εως και 3 (ή και περισσότερες) καμάρες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, έχουν κατασκευαστεί και τετράπυλα. Οι αψίδες ήταν διακοσμημένες με αρχιτεκτονικά στολίδια και ανάγλυφα που απεικόνιζαν θέματα νίκης, συμβολισμούς εξουσίας και αυτοκρατορικά προγράμματα (2). Τον 2ο αιώνα π.Χ. χρησιμοποιήθηκε ο όρος fornix για αυτό το είδος μνημείου (3). Κατά τη ρωμαϊκή αυτοκρατορική περίοδο, ο όρος αυτός αντικαταστάθηκε από τον όρο arcus (4). Κατά την διάρκεια της ρωμαϊκής εποχής, η αψίδα εξυπηρέτησε μια ποικιλία λειτουργιών: κατασκευαζόταν για να γιορτάσει και να τιμήσει τις στρατιωτικές νίκες στη Ρώμη (arcus triumphalis/ αψίδα θριάμβου) (5). Μια αψίδα μπορούσε επίσης να τιμήσει ένα σημαντικό πολιτικό γεγονός ή πρόσωπο. Τα πολιτικά επιτεύγματα του τιμώμενου και τα αντίστοιχα γεγονότα απαθανατίζονταν στην "attika", το στεφανωμένο, υπερυψωμένο τμήμα της αψίδας. Η attika έφερε επιγραφές που εξηγούσαν την περίσταση κατασκευής της, απεικονίσεις τέθριππων και εικόνες θεοτήτων. Κατά την αυτοκρατορική περίοδο απεικονιζόταν αντί για θεότητα ο εκάστοτε αυτοκράτορας (6). Επιπλέον, οι αψίδες χρησίμευαν ως οροδείκτες μιας περιοχής και ως πύλες της πόλης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, βρίσκονταν σε κύριους δρόμους πρόσβασης και διασταυρώσεις πόλεων (7). Υπάρχουν πάνω από 100 διατηρημένες αψίδες (8). Κατά τη γνώμη μας, και όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, αυτά τα μνημεία δεν κατατάσσονται μεταξύ των πιο εξέχοντων αρχιτεκτονικών κατασκευών, όπως π.χ. τα αμφιθέατρα. Θα μπορούσε κανείς ακόμη και να υποθέσει ότι οι ρωμαϊκές αψίδες έχουν εν μέρει παραμεληθεί από τους μελετητές. Μεμονωμένες αψίδες έχουν μεν συζητηθεί σε μονογραφίες και άρθρα (9). Υπάρχουν επίσης αρκετές ολοκληρωμένες μελέτες, που εξετάζουν τις αψίδες σε περιφερειακό επίπεδο (10). Και, φυσικά, υπάρχουν επίσης ολοκληρωμένες αναφορές για όλα αυτά τα υπάρχοντα μνημεία κατά την ρωμαϊκή αυτοκρατορική εποχή (11). Πρόσφατα μαθεύτηκε οτι ετοιμάζεται μια διατριβή στο πανεπιστήμιο της Τυβίγγης αναφορικά με τις αψίδες του 2ου αι. μ.Χ. Όλες ωστόσο οι εως τώρα μελέτες και έρευνες δίνουν έμφαση στην χρονολογική παρουσίαση των αψίδων (12). Από όσο γνωρίζουμε, δεν υπάρχει τυπολογική ταξινόμηση των μνημείων αυτών. Αυτό, διότι είναι άξιο παρατήρησης το φαινόμενο πως, αντίθετα από την κεραμεική λ.χ., δεν υπάρχει γραμμική χρονολογική εξέλιξη στις αψίδες. Ελάχιστα παραδείγματα εδώ: Η σχετικά απλή αψίδα του Αδριανού στην Αθήνα (εικ. 3) είναι λιτή και πολύ διαφορετική, τόσο από την προγενέστερη αψίδα του Τίτου (εικ. 2), όσο και από την μεταγενέστερη του Μεγάλου Κωνσταντίνου (εικ. 4). Και οι 2 τελευταίες βρίσκονται στην Ρώμη. Ακόμα και αψίδες των ιδίων αυτοκρατόρων όμως διαφέρουν μεταξύ τους. Αυτό μπορεί να το διαπιστώσει ο οποιοσδήποτε επιχειρήσει να συγκρίνει π.χ. τις αψίδες της εποχής του Τραϊανού στην Ιταλία [Puglia (109 μ.Χ.), Ancona (113 μ.Χ.), Benevento (114-117 μ.Χ.)], του Καρακάλλα στην βόρειο Αφρική [Tebessa (211-214 μ.Χ.), Djemila/ Cuicul (216 μ.Χ.), Volubilis (217 μ.Χ.)], ακόμα δε και του Σεπτιμίου Σεβήρου, τόσο στην Ρώμη (203 μ.Χ.), όσο και στις επαρχίες [π.χ. τα τετράπυλα σε Leptis Magna (146-221 μ.Χ.) και Latakia (183 μ.Χ.)]. Κάθε μια από όλες αυτές τις αψίδες είναι διαφορετική από τις υπόλοιπες. Κάθε μια εξ αυτών φέρει το δικό της προσωπικό αποτύπωμα (fingerprint), την δική της ταυτότητα. Κάθε μια αψίδα είναι μοναδικό (unique) έργο τέχνης, αυτόνομο από την μια, και ενταγμένο στον αστικό ιστό της ρωμαϊκής urbis από την άλλη. Για αυτούς τους λόγους θα πρέπει να εφαρμοστεί στην συγεκριμένη κατηγορία μνημείων η λεγόμενη τυπολογική μέθοδος. |
![]() |
| Εικ. 2: Αψίδα Τίτου, Ρώμη, 81 μ.Χ. |
![]() |
| Εικ. 3: Αψίδα Ανδριανού, Αθήνα, 131-132 μ.Χ. |
![]() |
| Εικ. 4: Αψίδα Κωνσταντίνου, Ρώμη, 312-315 μ.Χ. |
(ΥΠΟ) ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ - ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:
Οι εικ. 2-4 προέρχονται από την https://en.wikipedia.org/
(8) Αυτό σύμφωνα με τον A. L. Frothingham, A revised List of Roman Memorial and Triumphal Arches, AJA 8, 1904, 1-34. Πάρα ταύτα αυτό είναι ενα ζήτημα προς διερεύνηση, καθότι είναι πιθανόν να υπάρχουν αποκλίσεις μεταξύ της λίστας του Frothingham και του διασωζόμενου υλικού. Υπάρχουν επίσης αψίδες που δεν έχουν διασωθεί, αλλά είναι γνωστές από άλλες πηγές (π.χ. νομισματικές παραστάσεις). Συγκρ. με: RE VII A (1939) 373-464 s. v. Triumphbogen (H. Kähler).
(9) Ενδεικτικά παραδείγματα: M. Pfanner, Der Titus Bogen (Mainz 1983); M. Nassar, Hadrian´s Arches, Mediterranean Archaeology and Archaeometry 14, 2014, 245-258.
(10) Χαρακτηριστικά παραδείγματα: A. E. Sheckler, Roman Honorary Arches in Iberia (Michigan 1991); B. Fortuner, Les arcs de l´Afrique romaine, L´Archéologue 62, 2002, 26-30; A. Segal, From Function to Monument. Urban Landscapes of Roman Palestine, Syria and Provincia Arabia. Oxbow Monograph 66 (Oxford 1997) 129-149; C. van Tilburg, City Gates in the Roman West. Forms and Functions (Leiden 2022).
(11) C. Densmore Curtis, Roman Monumental Arches, Papers ASCS Rome Supp. 2, 1908, 26-83; RE VII A (1939) 373-493 s. v. Triumphbogen (H. Kähler); S. De Maria, Gli archi onorari di Roma e dell´Italia romana. Bibliotheca Archaeologica 7 (Rom 1988); F. S. Kleiner, The Study of Roman Triumphal and Honorary Arches 50 Years after Kähler, JRA 2, 1989, 195-206; H. von Hesberg, Bogenmonumente der frühen Kaiserzeit und des 2. Jhs. n. Chr. Vom Ehrenbogen zum Festtor, in: H.-J. Schalles – H. von Hesberg – P. Zanker (Hrsg.) Die römische Stadt im 2. Jh. n. Chr. Der Funktionswandel des öffentlichen Raumes. Kolloqium Xanten 02-04.05.1990. Xantener Berichte 2 (Köln 1992) 277-299; M. Roehmer, Der Bogen als Staatsmonument. Zur politischen Bedeutung der römischen Ehrenbögen des 1. Jhs. n. Chr. (München 1997); K. Cassibry, Reception of the Roman Arch Monument, AJA 122, 2018, 245-275.
(12) Συγκρ. με την βιβλ. των υποσημειμ. 9-11. Βλ. επίσης: S. Fähndrich, Bogenmonumente in der römischen Kunst. Ausstattung, Funktion und Bedeutung antiker Bogen- und Torbauten. IA 90 (Rahden 2005). Εξαίρεση ίσως να αποτελεί η προσπάθεια του Kähler στην Real-Enzyclopaedie (RE) VII A (1939) σελ. 485-486 εικ. 1-24 (βλ. εικ. 1 εντ.), ο οποίος προσπάθησε να εφαρμόσει μιας μορφής τυπολογία, όπως δείχνει και η σχετική εικόνα.
(13) R. Bernbeck, Theorien in der Archäologie. UTB 1964 (Tübingen 1997) 206-230; L. Bowkett – S. Hill – D. Wardle – K. A. Wardle, Classical Archaeology in the Field: Approaches (London 2001) 113; M. K. H. Eggert, Prähistorische Archäologie. Konzepte und Methoden. UTB 2092 (Tübingen 2001) 181-200; W. Martini, Sachwörterbuch der klassischen Archäologie (Stuttgart 2003) 350-351.
%20485-486.jpg)
,%2081%20AD.jpg)

_-%20312-315%20AD.jpg)
