Sonntag, 12. Juli 2026

ΠΟΡΠΕΣ ΑΤΤΙΚΟΒΟΙΩΤΙΚΟΥ ΤΥΠΟΥ ΠΡΩΪΜΗΣ ΕΠΟΧΗΣ ΣΙΔΗΡΟΥ.

 Σε προηγούμενο κείμενο του παρόντος ιστολογίου αναφερθήκαμε σε μια υποτιμημένη κατά κάποιο τρόπο κατηγορία έργων μικροτεχνίας, τους σφραγιδόλιθους. Περιοριστήκαμε στην χρήση των κατά την Εποχή του Χαλκού, αλλά θα πρέπει να επισημανθεί εδώ, οτι οι σφραγιδόλιθοι χρησιμοποιήθηκαν και σε υστερότερες χρονικές περιόδους. 

 Κατά την Πρώϊμη Εποχή του Σιδήρου στην Ελλάδα ωστόσο, και ειδικά κατά την Γεωμετρική και την Αρχαϊκή Εποχή, υπήρξε μια άλλη κατηγορία κοσμημάτων, η οποία όχι μόνο ήταν δημοφιλής, αλλά θεωρείται πολύτιμη λόγω της αρωγής της στην χρονολόγηση. Αυτή η κατηγορία τέχνεργων αφορά τις πόρπες (lat.: fibula/ - ae), ειδικές καρφίτσες, σαν τις σημερινές παραμάνες, οι οποίες χρησιμοποιούνταν για την στερέωση των ενδυμάτων, τόσο των ανθρώπων, όσο και των αγαλμάτων (ειδικά των ξόανων, των ξύλινων απεικονίσεων θεοτήτων δηλαδή). 

 

Εικ. 1

Εικ. 2

Εικ. 3

 Οι πόρπες βρίσκονται τόσο σε ταφές ως κτερίσματα, όσο και σε ιερά ως αναθήματα.  Υπάρχουν διαφόρων ειδών πόρπες, π.χ. οι ονομαζόμενες βιολόσχημες ή οκτώσχημες, οι τοξωτές, οι φυλλόσχημες - κατασκευασμένες από χαλκό, αλλά και από σίδηρο. Οι πιο διαδεδομένες ωστόσο, φέρονται να είναι οι λεγόμενες πόρπες "αττικοβοιωτικού" τύπου (εικ. 1-2, 4-10), ονομαζόμενες έτσι, επειδή τα πρώτα δείγματά τους ανακαλυφθήκαν στην Αττική και την Βοιωτία. Οι συγκεκριμένες πόρπες βέβαια, παρήγονταν και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας, π.χ. στην Πελοπόννησο (εικ. 3-5, 10). Το χαρακτηριστικό τους είναι η πλατιά, ορθογώνια ή τετράγωνη επιφάνειά τους, πάνω στην οποία χαράσσονταν διάφορες παραστάσεις, όπως πτηνά, άλογα, πλοία, ανθρώπινες μορφές, μυθικά πλάσματα. Η σημασία τους επομένως είναι τεράστια, καθώς η εικονογραφία των συγκεκριμένων πορπών επιτρέπει όχι μόνο την χρονολόγησή τους, αλλά και την κατηγοριοποίησή τους σε εργαστήρια.

 

Εικ. 4

 
Εικ. 5

Εικ. 6

Εικ. 7

 Αυτό γίνεται κατανοητό με την παράθεση ορισμένων παραδειγμάτων: η περιοχή της κεντρικής Πελοποννήσου, η οποία είναι γνωστή ως Αρκαδία, θεωρείται ακόμη από τις πτωχότερες σε αρχαιολογικά ευρήματα. Όσο δε αφορά την μικροτεχνία, την κεραμεική, την γλυπτική, ακόμα δε και την αρχιτεκτονική, πιστεύεται οτι επιρροές από Άργος, Κόρινθο, Λακωνία, είναι εμφανείς στα αρκαδικά τεχνουργήματα. Αυτό δε, δεν αμφισβητείται, πολλώ μάλλον καθότι έχει αποδειχτεί η ύπαρξη εργαστηρίων, σχολών, καλλιτεχνικών τάσεων και στυλ στις προαναφερόμενες περιοχές. Πάρα ταύτα, η Αρκαδία έχει δώσει έλαχιστα δείγματα μικροτεχνίας (εικ. 4-7), τα οποία στηρίζουν τόσο την ύπαρξη των επιρροών αυτών, όσο και την ύπαρξη αρκαδικών εργαστηρίων (βλ. Galanis 2018 & Galanis 20222. Επίσης Δεπών 2020, Κίλιαν 1979, Schweitzer 1969, Sens 2002).


Εικ. 8


Εικ. 9-10

 

 Ειδικά στις πόρπες, πλην των παραδειγμάτων από τις εικ. 4-7, έχουμε και μια σχετικά πρόσφατη ανακάλυψη: στις αποθήκες του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου υπάρχουν 4 χάλκινες πόρπες, οι οποίες προέρχονται από τον Ορχομενό της Αρκαδίας (βλ. λεπτομέρειες σε: Galanis 2018 & Galanis 2022). Η μια εξ αυτών (εικ. 10) είναι πολύ καλά διατηρημένη. Τα δε μοτίβα της (άλογο από την μια και πλοίο από την άλλη όψη) συγκρίνονται κάλλιστα με την χρυσή πόρπη - πολύ σπάνιο, καθότι όπως προαναφέρθηκε, οι πόρπες κατασκευάζονταν κυρίως από χαλκό και από σίδηρο - από τον Κεραμεικό, η οποία φυλάσσεται στο Βρετανικό Μουσείο και αποτελεί τμήμα της συλλογής του Έλγιν (εικ. 9). Θα μπορούσε η ορχομένια πόρπη να προέρχεται από το ίδιο έργαστήριο με την χρυσή πόρπη του Κεραμεικού; Εαν ναι, ποιά από τις 2 πόρπες είναι εισαγώμενη; Φαίνεται επίσης η διαφορά της ορχομένιας (εικ. 10) με πόρπες από άλλες περιοχές της Αρκαδίας (εικ. 5) - και όχι μόνο της Αρκαδίας (εικ. 6-7): μολονότι τα θεματικά μοτίβα είναι το ίδιο, η τεχνοτροπία είναι διαφορετική. ¨Εχουμε επομένως διαφορετικούς καλλιτέχνες και πιθανόν διαφορετικά εργαστήρια. 

 Τα ανωτέρω βέβαια είναι ενδιαφέρουσες εικασίες, για την στήριξη των οποίων απαιτείται χρόνος και προσπάθεια να ξεπεραστούν γραφειοκρατικές συμπληγάδες (π.χ. προετοιμασία αιτήσεων, χορήγηση αδειών και οικονομικής ενίσχυσης). Ειδικά τα μουσεία και οι αποθήκες της ελληνικής επαρχίας είναι γεμάτα με θησαυρούς, οι οποίοι ακόμα και σήμερα δεν έχουν πλήρως καταγραφεί. Αξίζει επομένως τον κόπο να μελετηθούν τέχνεργα όπως οι αττικοβοιωτικές πόρπες της Πελοποννήσου και συγκεκριμένα της Αρκαδίας, ώστε να διαπιστωθεί εαν πράγματι ισχύουν όλα όσα αναφέρθηκαν στο κείμενο, περί επιρροών, τοπικών εργαστηρίων, στυλιστικών διαφορών κτλ.


ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΕΙΚΟΝΩΝ: 

Εικ. 1: J. S. Morrison - R. T. Williams, Greek Oared Ships (Cambridge 1968) σελ. 78 Arch 19   

Εικ. 2: NMA 3697 (https://arachne.dainst.org/)   

Εικ. 3: @ google photo 

Εικ. 4: B. Schweitzer, Die geometrische Kunst Griechenlands (Köln 1969) σελ. 217 εικ. 112 (Τεγέα Αρκαδίας)   

Εικ. 5 - 6: U. Sens, Zur landschaftlichen Einordnung spät- und subgeometrischen Plattfibeln, in: Boreas 25, 2002, σελ. 51 Nr. Α1 (Κλείτωρ Αρκαδίας, από την παν/κη συλλογή Halle, Inv. Nr. 85), σελ. 52 Nr. Α9 (Λαμία)     

Εικ. 7: R. Arndt in: C. Hattler (Ed.) Zeit der Helden. Εκθεσιακός κατάλογος BLM Karlsruhe (Darmstadt 2008) σελ. 174 Nr. 97

Εικ. 8: BM 1960, 1101.45 (Κεραμεικός, από Elgin Collection)

Οι εικ. 9-10 (ΝΜΑ 19052 α) προέρχονται από την ακόλουθη διδακτορική διατριβή:  

Galanis, P. Das arkadische Orchomenos in der Antike (Berlin 2022) 83d πιν. 61 εικ. 105c. Ηλ/κη δημοσίευση στην ιστοσελίδα της παν/κης βιβλιοθήκης του Humboldt-Universität zu Berlin.

Συγκρ. επίσης με το ακόλουθο άρθρο του ιδίου συγγραφέως:

„Der Bronzeschmuck aus der Grabung von Blum - Plassart (EFA, 1913) im arkadischen Orchomenos“, in K. Tausend (Hrsg.) Arkadien im Altertum. Geschichte und Kultur einer antiken Gebirgslandschaft. Beiträge des Internationalen Symposiums in Graz, 11-13 Februar 2016. A.R.G.E.I.A. 3 (Graz 2018) σελ. 301-302 F4, σελ. 310 εικ. 7 (F4).

Περαιτέρω βιβλιογραφία: 

Ε. Δεπών, Περόνες και Πόρπες. Μ. Α. Παν/μιο Αιγαίου (Ρόδος 2020) σελ. 26-30, 49-52, 78-84.

Κ. Κίλιαν, Αρκαδικές και Λακωνικές ιδιομορφίες στα χαλκά κοσμήματα της Υστέρας Γεωμετρικής Εποχής, σε: Πρακτικά του Α΄ Συνεδρίου Λακωνικών Σπουδών, Σπάρτη-Γύθειον, 7-11 Οκτωβρίου 1977. Λακωνικαί Σπουδαί 4, 1979, σελ. 33-38. 

Samstag, 30. Mai 2026

ΟΙ ΡΩΜΑΪΚΕΣ ΑΨΙΔΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΥΠΟΛΟΓΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟ.

 Έχει ήδη αναφερθεί πως η επιστήμη της αρχαιολογίας ασχολείται με την μελέτη των κινητών ευρημάτων και των αρχιτεκτονικών μνημείων - τομείς δηλαδή, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν τους ανθρώπινους υλικούς πολιτισμούς. Καθοριστικής σημασίας για την μελέτη των υλικών πολιτισμών είναι οι μέθοδοι (1) που χρησιμοποιούνται προκειμένου οι επιστήμονες να καταλάβουν με τι έχουν να κάνουν. 
 
Μια βασική μέθοδος είναι η χρονολόγηση του εκάστοτε αντικειμένου δια της αναλυτικής περιγραφής αυτού, της σύγκρισής του με παράλληλα αντικείμενα, της κατανόησης του υπόβαθρού του (λ.χ. υπό ποιές συνθήκες δημιουργήθηκε, ποιά είναι η σημασία του και η χρήση του). Κάτι τέτοιο είναι εφικτό στην κεραμεική.
 
Μια επιπλέον μέθοδος είναι η στυλιστική ανάλυση, η οποία επιτρέπει την ταξινόμηση και κατάταξη σε "σχολές", αναλόγως των εικονογραφικών και μορφολογικών χαρακτηριστικών των ευρημάτων. Συγκρίνοντας τις φόρμες ως χαρακτηριστικά γνωρίσματα, η ταυτόχρονη ομοιότητα των οποίων και οι διαφορές σημαίνουν διαφορετικούς χρόνους προσέλευσης, μπορεί κανείς να προσεγγίσει τις στυλιστικές ιδιαιτερότητες μιας εποχής σε χρονολογική σειρά, έτσι ώστε να δημιουργήσει μια ιστορία του στύλ (Style). Η Seriation (σειρά) επιτρέπει τα ευρήματα ή τις ομάδες ευρημάτων να ταξινομηθούν σε μια σειρά. Η σειρά δείχνει την αλλαγή στην δημοτικότητα του στύλ. Ενα στύλ γίνεται δημοφιλές (πρώϊμη φάση), φτάνει στο αποκορύφωμά του (ώριμη φάση) και τέλος παρακμάζει και εξαφανίζεται (όψιμη φάση). 

Εικ. 1: τυπολογία ρωμαϊκών αψίδων κατά Kähler, RE VII A (1939) σελ. 485-486 εικ. 1-24 

 Υπάρχουν ωστόσο τομείς ευρημάτων, στους οποίους η χρονολόγηση έρχεται σε "δεύτερη μοίρα" και θα χρειαστεί διαφορετική μέθοδος ταξινόμησης. Οι ρωμαϊκές αψίδες (εικ. 1) ανήκουν στους τομείς αυτούς. Πρόκειται για μια, κατά την γνώμη μας, υποτιμημένη κατηγορία μνημειακής αρχιτεκτονικής.
 
 H αψίδα (ελλ.: οι αψίδες, αγγλ.: the Arch/ Arches, γαλλ.: L´Arc/ les Arcs, ιταλ.: L´Arco/ Arce, γερμ.: die Arche/ die Archen) είναι ένα ιδιαίτερο, ανεξάρτητο μνημείο, το οποίο μπορεί να αποτελείται από 1 τόξο εως και 3 (ή και περισσότερες) καμάρες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, έχουν κατασκευαστεί και τετράπυλα. Οι αψίδες ήταν διακοσμημένες με αρχιτεκτονικά στολίδια και ανάγλυφα που απεικόνιζαν θέματα νίκης, συμβολισμούς εξουσίας και αυτοκρατορικά προγράμματα (2). Τον 2ο αιώνα π.Χ. χρησιμοποιήθηκε ο όρος fornix για αυτό το είδος μνημείου (3). Κατά τη ρωμαϊκή αυτοκρατορική περίοδο, ο όρος αυτός αντικαταστάθηκε από τον όρο arcus (4). Κατά την διάρκεια της ρωμαϊκής εποχής, η αψίδα εξυπηρέτησε μια ποικιλία λειτουργιών: κατασκευαζόταν για να γιορτάσει και να τιμήσει τις στρατιωτικές νίκες στη Ρώμη (arcus triumphalis/ αψίδα θριάμβου) (5). Μια αψίδα μπορούσε επίσης να τιμήσει ένα σημαντικό πολιτικό γεγονός ή πρόσωπο. Τα πολιτικά επιτεύγματα του τιμώμενου και τα αντίστοιχα γεγονότα απαθανατίζονταν στην "attika", το στεφανωμένο, υπερυψωμένο τμήμα της αψίδας. Η attika έφερε επιγραφές που εξηγούσαν την περίσταση κατασκευής της, απεικονίσεις τέθριππων και εικόνες θεοτήτων. Κατά την αυτοκρατορική περίοδο απεικονιζόταν αντί για θεότητα ο εκάστοτε αυτοκράτορας (6). Επιπλέον, οι αψίδες χρησίμευαν ως οροδείκτες μιας περιοχής και ως πύλες της πόλης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, βρίσκονταν σε κύριους δρόμους πρόσβασης και διασταυρώσεις πόλεων (7).
 
 Υπάρχουν πάνω από 100 διατηρημένες αψίδες (8). Κατά τη γνώμη μας, και όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, αυτά τα μνημεία δεν κατατάσσονται μεταξύ των πιο εξέχοντων αρχιτεκτονικών κατασκευών, όπως π.χ. τα αμφιθέατρα. Θα μπορούσε κανείς ακόμη και να υποθέσει ότι οι ρωμαϊκές αψίδες έχουν εν μέρει παραμεληθεί από τους μελετητές.
 
Μεμονωμένες αψίδες έχουν μεν συζητηθεί σε μονογραφίες και άρθρα (9). Υπάρχουν επίσης αρκετές ολοκληρωμένες μελέτες, που εξετάζουν τις αψίδες σε περιφερειακό επίπεδο (10). Και, φυσικά, υπάρχουν επίσης ολοκληρωμένες αναφορές για όλα αυτά τα υπάρχοντα μνημεία κατά την ρωμαϊκή αυτοκρατορική εποχή (11). Πρόσφατα μαθεύτηκε οτι ετοιμάζεται μια διατριβή στο πανεπιστήμιο της Τυβίγγης αναφορικά με τις αψίδες του 2ου αι. μ.Χ. Όλες ωστόσο οι εως τώρα μελέτες και έρευνες δίνουν έμφαση στην χρονολογική παρουσίαση των αψίδων (12). Από όσο γνωρίζουμε, δεν υπάρχει τυπολογική ταξινόμηση των μνημείων αυτών. Αυτό, διότι είναι άξιο παρατήρησης το φαινόμενο πως, αντίθετα από την κεραμεική λ.χ., δεν υπάρχει γραμμική χρονολογική εξέλιξη στις αψίδες. 
 
Ελάχιστα παραδείγματα εδώ: Η σχετικά απλή αψίδα του Αδριανού στην Αθήνα (εικ. 3) είναι λιτή και πολύ διαφορετική, τόσο από την προγενέστερη αψίδα του Τίτου (εικ. 2), όσο και από την μεταγενέστερη του Μεγάλου Κωνσταντίνου (εικ. 4). Και οι 2 τελευταίες βρίσκονται στην Ρώμη. Ακόμα και αψίδες των ιδίων αυτοκρατόρων όμως διαφέρουν μεταξύ τους. Αυτό μπορεί να το διαπιστώσει ο οποιοσδήποτε επιχειρήσει να συγκρίνει π.χ. τις αψίδες της εποχής του Τραϊανού στην Ιταλία [Puglia (109 μ.Χ.), Ancona (113 μ.Χ.), Benevento (114-117 μ.Χ.)], του Καρακάλλα στην βόρειο Αφρική [Tebessa (211-214 μ.Χ.), Djemila/ Cuicul (216 μ.Χ.), Volubilis (217 μ.Χ.)], ακόμα δε και του Σεπτιμίου Σεβήρου, τόσο στην Ρώμη (203 μ.Χ.), όσο και στις επαρχίες [π.χ. τα τετράπυλα σε Leptis Magna (146-221 μ.Χ.) και Latakia (183 μ.Χ.)]. Κάθε μια από όλες αυτές τις αψίδες είναι διαφορετική από τις υπόλοιπες. Κάθε μια εξ αυτών φέρει το δικό της προσωπικό αποτύπωμα (fingerprint), την δική της ταυτότητα. Κάθε μια αψίδα είναι μοναδικό (unique) έργο τέχνης, αυτόνομο από την μια, και ενταγμένο στον αστικό ιστό της ρωμαϊκής urbis από την άλλη. Για αυτούς τους λόγους θα πρέπει να εφαρμοστεί στην συγεκριμένη κατηγορία μνημείων η λεγόμενη τυπολογική μέθοδος.

Εικ. 2: Αψίδα Τίτου, Ρώμη, 81 μ.Χ.

Εικ. 3: Αψίδα Ανδριανού, Αθήνα, 131-132 μ.Χ.

Εικ. 4: Αψίδα Κωνσταντίνου, Ρώμη, 312-315 μ.Χ.

Η τυπολογική μέθοδος (13) είναι η ταξινόμηση των μνημείων βάσει των χαρακτηριστικών τους γνωρισμάτων (π.χ. αριθμός καμαρών, διακόσμηση κτλ.). Κατ΄αυτόν τον τρόπο, ο ερευνητής θα μπορέσει να μελετήσει και να καταλάβει πιο αποτελεσματικά την χρήση των συγκεκριμένων μνημείων ανεξάρτητα της χρονολογησής των. Τα χαρακτηριστά των αψίδων, βάσει των οποίων μπορεί να γίνει η ταξινόμηση, εξαρτώνται από πολλούς και διάφορους παράγοντες: επιφάνεια (διακόσμηση, χρώμα), μορφή (εμφάνιση, διαστάσεις), τεχνική (υλικά κατασκευής, τρόποι παραγωγής). 
 
Κάθε τύπος αντιπροσωπεύει συγκεκριμένη χρονική περίοδο και πεδίο εξάπλωσης. Αλλαγές στην μορφή ενός μνημειακού τύπου ερμηνεύονται ως γραμμή εξέλιξης. 
 
Μια ταξινόμηση των αψίδων ανά τύπο μπορεί να ρίξει φως τόσο σε παλιά όσο και σε νέα ερωτήματα σχετικά με τη λειτουργία και χρησιμότητά τους. Η τυπολογία των αψίδων μπορεί επίσης να καταδείξει τη μη κανονική, μη γραμμική χρονολογική ανάπτυξη των μνημείων αυτών. Μπορεί ακόμη να διευκολύνει τις συγκρίσεις μεταξύ διαφορετικών μνημείων και την στυλιστική τους εξέλιξη. Για αυτό και προτείνουμε την ακόλουθη διάρθρωση:
 
 Θεμελιώδες στοιχείο της ανάλυσης υλικού οφείλει να είναι η συλλογή όλων των διαθέσιμων δεδομένων. Για την επιτυχή επίτευξη αυτού, είναι απαραίτητη η δημιουργία ενός ολοκληρωμένου καταλόγου, είτε σε παραδοσιακή μορφή, είτε ως ηλεκτρονική τράπεζα δεδομένων (databank - html). Το κύριο κριτήριο ταξινόμησης είναι η μορφή. Οι καμάρες χωρίζονται σε ομάδες: η μία ομάδα περιλαμβάνει μονότοξες καμάρες και η άλλη πολύτοξες καμάρες. Αυτές οι ομάδες υποδιαιρούνται περαιτέρω σε υποομάδες με βάση τα χαρακτηριστικά τους. Αυτό θα πρέπει να είναι το δευτερεύον κριτήριο. Θα ακολουθήσουν πληροφορίες σχετικά με τις διαστάσεις τους, περιγραφές των αρχιτεκτονικών τους χαρακτηριστικών, την διακόσμηση, καθώς και τη χρονολόγηση. Η χρονολόγηση θα είναι το τριτεύον κριτήριο του καταλόγου, με τις διάφορες ομάδες να παρατίθενται χρονολογικά, ξεκινώντας από τα αρχαιότερα παραδείγματα. Επιπλέον, ο κατάλογος θα δομηθεί αλφαβητικά. Πρώτον, οι αψίδες θα κατηγοριοποιηθούν ανά περιοχή (π.χ., Αλγερία, Γαλλία κ.λπ.). Ακολούθως θα παρατεθούν οι επιμέρους τοποθεσίες (π.χ., Αθήνα, Ρώμη κ.λπ.). Αυτή η καταλογογραφική συλλογή των διαθέσιμων δεδομένων επιτρέπει την άνετη επεξεργασία και συστηματική ανάλυση του σχετικού υλικού.
 
Συνοψίζοντας τα ανωτέρω, θεωρούμε τις αψίδες ως μια ανεξάρτητη, ιδιαίτερη κατηγορία μνημειακής αρχιτεκτονικής, για την οποία, εξ όσων γνωρίζουμε, δεν υπάρχει ακόμη ολοκληρωμένη, σχετική μελέτη δια της χρήσης της τυπολογικής μεθόδου. Ως εκ τούτου, προσφέρουμε μια διαφορετική οπτική γωνία για το συγκεκριμένο υλικό. Εξακολουθούμε να θεωρούμε κάθε αψίδα ως ξεχωριστό έργο τέχνης, που διαφέρει από τα άλλα σε μορφή και χαρακτηριστικά. Δυστυχώς απουσιάζει προς το παρόν στη διεθνή αρχαιολογική βιβλιογραφία ένα corpus, μια γενική, συγκριτική και ολοκληρωμένη παρουσίαση αυτού του τύπου μνημείων κατά την τυπολογική μέθοδο.

 

(ΥΠΟ) ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ - ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Οι εικ. 2-4 προέρχονται από την https://en.wikipedia.org/

 (1) Για τις μεθόδους στην αρχαιολογική επιστήμη βλ.: T. Hölscher, Klassische Archäologie. Grundwissen (ελλ. μτφρ. University Studio Press Θεσ/κη).
 
(2)  W. Martini, Sachwörterbuch der klassischen Archäologie (Stuttgart 2003) 78; συγκρ. επίσης με: A. Schmidt-Colinet – G. A. Plattner, Antike Architektur und Bauornamentik. Grundformen und Grundbegriffe. UTB 8288 (Wien 2004) 76-77.
 
(3) DKP II (1979) 596-597 s. v. fornix (W. H. Groß); συγκρ. επίσης με: G. A. Mansuelli, Fornix e Arcus. Note die Terminologia, in: Autori vari (Hrsg.) Studi sulli arco onorario romano. Studia Archaeologia 21 (Rom 1979) 15-17.
 
(4) DKP I (1979) 521 s. v. arcus (A. Rumpf); βλ. και: G. A. Mansuelli, Fornix e Arcus. Note die Terminologia, in: Autori vari (Hrsg.) Studi sulli arco onorario romano. Studia Archaeologia 21 (Rom 1979) 15-17.
 
(5)  DKP V (1979) 971-973 s. v. Triumphbogen (A. von Gladiß).
 
(6) A. Gorys, Wörterbuch Archäologie (München 1997) 83; W. Martini, Sachwörterbuch der klassischen Archäologie (Stuttgart 2003) 78.    
 
(7) W. Martini, Sachwörterbuch der klassischen Archäologie (Stuttgart 2003) 78; αναφορικά με την χρήση των αψίδων ως πυλών εισόδου/ εξόδου σε πόλεις, βλ.: S. Froehlich, Stadttor und Stadteingang. Zur Alltag und Kulturgeschichte der Stadt in der römischen Kaiserzeit. Studien zur Alten Geschichte 32 (Göttingen 2022) 32-33.

 (8) Αυτό σύμφωνα με τον A. L. Frothingham, A revised List of Roman Memorial and Triumphal Arches, AJA 8, 1904, 1-34. Πάρα ταύτα αυτό είναι ενα ζήτημα προς διερεύνηση, καθότι είναι πιθανόν να υπάρχουν αποκλίσεις μεταξύ της λίστας του Frothingham και του διασωζόμενου υλικού. Υπάρχουν επίσης αψίδες που δεν έχουν διασωθεί, αλλά είναι γνωστές από άλλες πηγές (π.χ. νομισματικές παραστάσεις). Συγκρ. με: RE VII A (1939) 373-464 s. v. Triumphbogen (H. Kähler).

(9) Ενδεικτικά παραδείγματα: M. Pfanner, Der Titus Bogen (Mainz 1983); M. Nassar, Hadrian´s Arches, Mediterranean Archaeology and Archaeometry 14, 2014, 245-258.

(10) Χαρακτηριστικά παραδείγματα: A. E. Sheckler, Roman Honorary Arches in Iberia (Michigan 1991); B. Fortuner, Les arcs de l´Afrique romaine, L´Archéologue 62, 2002, 26-30; A. Segal, From Function to Monument. Urban Landscapes of Roman Palestine, Syria and Provincia Arabia. Oxbow Monograph 66 (Oxford 1997) 129-149; C. van Tilburg, City Gates in the Roman West. Forms and Functions (Leiden 2022).

(11) C. Densmore Curtis, Roman Monumental Arches, Papers ASCS Rome Supp. 2, 1908, 26-83; RE VII A (1939) 373-493 s. v. Triumphbogen (H. Kähler); S. De Maria, Gli archi onorari di Roma e dell´Italia romana. Bibliotheca Archaeologica 7 (Rom 1988); F. S. Kleiner, The Study of Roman Triumphal and Honorary Arches 50 Years after Kähler, JRA 2, 1989, 195-206; H. von Hesberg, Bogenmonumente der frühen Kaiserzeit und des 2. Jhs. n. Chr. Vom Ehrenbogen zum Festtor, in: H.-J. Schalles – H. von Hesberg – P. Zanker (Hrsg.) Die römische Stadt im 2. Jh. n. Chr. Der Funktionswandel des öffentlichen Raumes. Kolloqium Xanten 02-04.05.1990. Xantener Berichte 2 (Köln 1992) 277-299; M. Roehmer, Der Bogen als Staatsmonument. Zur politischen Bedeutung der römischen Ehrenbögen des 1. Jhs. n. Chr. (München 1997); K. Cassibry, Reception of the Roman Arch Monument, AJA 122, 2018, 245-275.

(12) Συγκρ. με την βιβλ. των υποσημειμ. 9-11. Βλ. επίσης: S. Fähndrich, Bogenmonumente in der römischen Kunst. Ausstattung, Funktion und Bedeutung antiker Bogen- und Torbauten. IA 90 (Rahden 2005). Εξαίρεση ίσως να αποτελεί η προσπάθεια του Kähler στην Real-Enzyclopaedie (RE) VII A (1939) σελ. 485-486 εικ. 1-24 (βλ. εικ. 1 εντ.), ο οποίος προσπάθησε να εφαρμόσει μιας μορφής τυπολογία, όπως δείχνει και η σχετική εικόνα.

(13)  R. Bernbeck, Theorien in der Archäologie. UTB 1964 (Tübingen 1997) 206-230; L. Bowkett – S. Hill – D. Wardle – K. A. Wardle, Classical Archaeology in the Field: Approaches (London 2001) 113; M. K. H. Eggert, Prähistorische Archäologie. Konzepte und Methoden. UTB 2092 (Tübingen 2001) 181-200; W. Martini, Sachwörterbuch der klassischen Archäologie (Stuttgart 2003) 350-351.