Donnerstag, 6. August 2026

ΤΑ ΧΕΙΜΑΔΙΑ.

 Η ανασκαφή είναι μια μέθοδος επιτόπιας έρευνας στην αρχαιολογική επιστήμη. Η επιφανειακή (οριζόντια) έρευνα πεδίου (survey) είναι η άλλη.  Σε αυτήν, ομάδες ατόμων (συνήθως φοιτητές αρχαιολογίας), παραταγμένες σε οριζόντια σειρά και με σχετική απόσταση 2-4 μ. μεταξύ τους (αυτό εξαρτάται από το εύρος του χώρου που καλούνται να καλύψουν), "χτενίζουν" το έδαφος συλλέγοντας τυχαία ευρήματα (π.χ. όστρακα) που βρίσκουν. Τα ευρήματα αυτά καταγράφονται και ο χώρος μετράται. 

 Δεν είναι ασυνήθιστο, τα ευρήματα αυτά (1) να βρίσκονται σε θέσεις εκτός οικισμών και (2) να προέρχονται από διαφορετικές χρονολογικές περιόδους. Το κενό αυτό καλύπτει το θεωρητικό μοντέλο των νομαδικών κτηνοτροφικών πληθυσμών/ κοινωνιών (pastoral societies), οι οποίες μετακινούνταν από περιοχές σε περιοχές αναλόγως των κλιματικών συνθηκών (seasonal nomadism - transhumance). Αυτοί οι νομάδες μπορεί να είχαν μόνιμες εστίες κατοίκισης σε ορεινές περιοχές, τις οποίες όμως εγκαταλείπαν κατά τα τέλη του φθινοπώρου, για να περάσουν τους χειμώνες σε πεδινές περιοχές, στις οποίες οι θερμοκρασίες είναι πιο ήπιες. Στην Αρκαδία τουλάχιστον, οι μετακινήσεις αυτές ονομάζονται "χειμαδιά".

Εικ. 1: σκαρίφημα της διαδρομής Λεβιδίου - Επιδαύρου σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες ντόπιων [(c)2014]

 
Εικ. 2: πιθανή διαδρομή κατά προσέγγιση, βασισμένη στο σκαρίφημα της εικ. 1 [(c) google maps 2026]

 Στις εικ. 1 και 2 ("κλικ" για μεγένθυση) βλέπουμε παράδειγμα από το "χειμαδιό" κάποιων ποιμένων του Λεβιδίου Αρκαδίας προς την Επίδαυρο του νομού Αργολίδος καθ' υπόδειξη διηγήσεων ντόπιων. Το Λεβίδι είναι κεφαλοχώρι στους πρόποδες του όρους Μαίναλον, στο κέντρο της Πελοποννήσου. Το "χειμαδιό" του χωριού λάμβανε χώρα μέχρι και τα μέσα του 20ου αιώνα περίπου, από τα τέλη Οκτωβρίου και μέχρι τις αρχές Μαϊου. Εκείνες τις εποχές μεταναστεύαν περί τα 120-150 άτομα, άνδρες και γυναικόπαιδα. Μαζί τους παίρναν περί τα 50 άλογα, 30 όνους και ημίονους και γύρω στα 15.000 αιγοπρόβατα. Ενα τέτοιο ταξίδι διαρκούσε περί τις 3 με 4 μέρες. Υπήρχαν και ομάδες Λεβιδιωτών, οι οποίες μεταναστεύαν πρός Ηλεία και Μεσσηνία για να ξεχειμωνιάσουν εκεί. Οι ομάδες αυτές διανυκτερεύαν καθ΄οδόν σε αυτοσχέδια καταλύμματα. Από αυτά προέρχονται τα περισσότερα τυχαία ευρήματα επιφανείας. Αρχές της άνοιξης επιστρέφαν στο χωριό. Οι χειμώνες στην κεντρική Πελοπόννησο είναι δρυμείς, σκληροί και συχνότατα ανυπόφοροι.

 Η πλειονότητα των ερευνητών (βλ. βιβλιογραφικές παραπομπές σε: Galanis 2022 κάτωθι) πιστεύει οτι τα "χειμαδιά" ελάμβαναν χώρα στον ελλαδικό χώρο ήδη από την Νεολιθική Εποχή. Μόνο η αρχαιολόγος Α. Ντουζουγκλή [Άρια Αργολίδος. Αρχ. Δελτίον Suppl. 66 (Αθήνα 1998) σελ. 151-154] είναι της άποψης οτι η αφετηρία των μετακινήσεων του είδους πρέπει να τοποτεθείται στην Οθωμανοκρατία. Αυτό βέβαια είναι ενα ενδιαφέρον ζήτημα, το οποίο χρήζει περαιτέρω διερεύνησης. Για να υποστηριχτούν όμως επιχειρήματα είτε για την μια (υποστήριξη - αποδοχή) είτε για την άλλη πλευρά (αναίρεση - άρνηση), θα πρέπει να υπάρξουν δεδομένα. Ναι μεν έχουμε τις προφορικές διηγήσεις ντόπιων, αλλά αυτές αφορούν τον 20ο αιώνα. Τι στοιχεία έχουμε για αρχαιότερες εποχές; Μπορεί να είναι τα σκόρπια όστρακα από τις επιφανειακές έρευνες ισχυρά αποδεικτικά στοιχεία περί "χειμαδιών" στην αρχαιότητα;

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ 

Galanis, P. Das arkadische Orchomenos in der Antike (Berlin 2022) σελ. 94 υποσημ. 966-967. Ηλ/κη δημοσίευση στην ιστοσελίδα της παν/κης βιβλιοθήκης του Humboldt-Universität zu Berlin.

Mittwoch, 5. August 2026

The "Mystery" of the Knossos "Temple Tomb".

 615 μέτρα νότια του ανακτόρου της Κνωσού στην Κρήτη, υπάρχει ενα κτίσμα παραμελημένο και ίσως και υποτιμημένο από την επιστήμη. Οι καθηγητές δεν το αναφέρουν στις πανεπιστημιακές τους παραδόσεις και στα σεμινάρια. Οι ανασκαφείς δεν ασχολούνται μαζί του. Δεν υπάρχουν πτυχιακές, μεταπτυχιακές, διδακτορικές, υφηγεσίες, μονογραφίες, άρθρα, συνέδρια για αυτό. Προτιμώνται τα μινωϊκά ανάκτορα που είναι και πιο εντυπωσιακά. Κι όμως, αυτό το ταπεινό κτίσμα, το οποίο ανασκάπτηκε από τον Άρθουρ Έβανς στις αρχές του 20ου αιώνα, μπορεί να είναι πολύ πιο σημαντικό από οποιοδήποτε ανάκτορο.

Εικ. 1

 Ο ανασκαφέας του το χρονολόγησε στην Μεσομινωϊκή (ΜΜ) ΙΙΙ Β (1650-1600 π. Χ.) ή Νεο-Ανακτορική (2η Μινωϊκή Ανακτορική) Εποχή κατά την χρονολόγηση του Νικολάου Πλάτωνος. Το οικοδόμημα γκρεμίστηκε κατά τα τέλη της Υστερομινωϊκής (ΥΜ) Ι Α (1600-1500 π. Χ.), αλλά ανοικοδημήθηκε και πάλι. Το κτήριο αποτελείται από 2 ορόφους, εναν υπόγειο και εναν υπέργειο.  

Εικ. 2, όροφος

Εικ. 3, υπόγειο

 Το υπέργειο κτήριο (εικ. 2) βλέπει ανατολικά και περιλαμβάνει βεράντα, η οποία ήταν προσβάσιμη από τον βορρά. Η βεράντα συνδεόταν με την οροφή επίστυλης αίθουσας μέσω διαδρόμου. Η οροφή της αίθουσας ήταν διακοσμημένη με κέρατα καθοσιώσεως και στηριζόταν από 2 κίονες (εικ. 1). Ενα κλιμακοστάσιο στο εσωτερικό του κτηρίου, νότια του διαδρόμου, συνέδεε το υπέργειο με το υπόγειο οικοδόμημα. Ο κυρίως θάλαμος του υπογείου (εικ. 3) είναι μια τετράγωνη κρύπτη 4 Χ 4. Η οροφή της είχε ξύλινη επένδυση, η οποία ήταν βαμμένη με μπλέ χρώμα και στηρίζοταν σε τετράπλευρο λίθινο στύλο. Οι τοίχοι της κρύπτης ήταν επενδεδυμένοι με αλαβάστρινες πλάκες. Η είσοδός της ήταν σφραγισμένη με ξύλινη θύρα. Ανατολικά της κρύπτης υπάρχει ενα δωμάτιο, η ξύλινη οροφή του οποίου αποτελούνταν από χοντρές, παράλληλες δοκούς και στηριζόταν από 2 τετράπλευρους στύλους. Το δωμάτιο αυτό είναι προσβάσιμο μέσω ενός διαδρόμου, η είσοδος του οποίου περιβάλλεται από 2 προδρόμους.  Το κτίσμα συμπληρώνεται στην ανατολική πλευρά από εναν ανοιχτό περίβολο και μια αίθουσα με 2 κυλινδρικούς κίονες ύψους 2,50 μ.  
Εικ. 4, ευρήματα
 
 Ο ανασκαφέας του οικοδομήματος, ο Έβανς, ερμήνευσε το υπέργειο κτίσμα ως ιερό, λόγω των κεράτων καθοσιώσεως και της αρχιτεκτονικής του. Το δε υπόγειο κτίσμα το ερμήνευσε ως νεκρικό θάλαμο, ο οποίος ήταν σε χρήση μεταξύ ΜΜ ΙΙΙ Β -ΥΜ ΙΙΙ Β (1650-1200 π. Χ.). Από την πρώτη φάση (ΜΜ ΙΙΙ Β) βρέθηκε μόνο κεραμική (εικ. 4). Από τις ΥΜ ΙΙ-ΙΙΙ περιόδους προέρχονται σκελετικά κατάλοιπα ενός ενήλικου ανδρός και ενος αγοριού, τα οποία, είτε είχαν τοποθετηθεί στο δάπεδο της κρύπτης, είτε είχαν εναποτεθεί εντός ξύλινης σαρκοφάγου, η οποία δεν διασώθηκε. Ως κτερίσματα βρεθήκαν αγγεία μινιατούρες, όπως ενα αλάβαστρο και ενας ψευδόστομος αμφορέας. Ο ¨Εβανς υποθέτει οτι τα σκελετικά κατάλοιπα θα μπορούσαν να είναι θύματα του σεισμού που έπληξε την Κρήτη κατά το τέλος της ΥΜ Ι Α περιόδου (και ο οποίος πιθανόν να συνδέεται με την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας). Το κτήριο θα μπορούσε να έχει πρωταρχικά λατρευτικό χαρακτήρα, ο οποίος στην πορεία του χρόνου συνδυάστηκ με το ταφικό στοιχείο.

Εικ. 5, αναπαράσταση
 
 Από την εποχή του Έβανς και μετά δεν ασχολήθηκε κανείς με το οικοδόμημα αυτό και τα ευρήματά του. Θεωρούμε οτι μια αναθεώρηση έχει βάση, ειδικά τώρα, με την έξαρση της τεχνολογίας. Η χρήση της τελευταίας (π.χ. τεχνικές geoscanns, lidar, GIS, ARCOR) μπορεί, είτε να επιβεβαιώσει, είτε να αποδείξει καινούργια στοιχεία αναφορικά με την αρχιτεκτονική και την ερμηνεία του κτηρίου (εικ. 5). Αυτό ειδικά, διότι δεν είναι γνωστό, εαν υπάρχουν παρόμοια οικοδομήματα της μινωϊκής Κρήτης, τα οποία προσφέρουν συνδυασμό υπόγειας νεκρικής κρύπτης με υπέργειο ιερό. Τα γνωρίσματα αυτά απαντούν σε μνημεία της Εγγύς Ανατολής από την Εποχή του Χαλκού, όπως π.χ. οι μασταμπάδες της Αιγύπτου και οι νεκρικές βασιλικές κρύπτες στην Quatna της Συρίας. Οπότε τι σημαίνει αυτό; Μήπως έχουμε στην περίπτωση αυτήν έξωθεν επηρροές; Αυτό από μόνο του αποτελεί εναν καλό λόγο για έρευνα, μελέτη, πιθανή αναθεώρηση και επανερμηνεία του "Temple Tomb" της Κνωσού, σε σύγκριση με τα "ex oriente (lux)" παράλληλα.

 

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ (χρονολογική σειρά)

 A. Evans, The Palace of Minos at Knossos IV, 2 (London 1964) σελ. 964-978, 988-992, 1002-1018. σελ. 976 εικ. 936

 I. Pini, Beiträge zur minoischen Gräberkunde (Wiesbaden 1968) σελ. 39-40, Nr. XVII. σελ. 84 εικ. 36

 W. Löwe, Bronzezeitliche Bestattungen auf Kreta. BAR-IS 642 (Oxford 1996) Nr. 506 σελ. 202 εικ. 20 

Π. Γαλάνης, Ταφική Αρχαιολογία - Διαδικτυακό Σεμινάριο ΚΔΒΜ Τσαούση (διαθέσιμο από 2023), κεφάλαιο 5ο 


ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΕΙΚΟΝΩΝ

 βλ. Evans IV, 2 (1964) ως ανωτέρω  - τα σχέδια (τομές, κατόψεις, αναπαραστάσεις - εικ. 2-3, 5) έγιναν από τον Piet de Jong