Donnerstag, 3. September 2026

ΤΙ ΣΥΝΕΒΕΙ ΣΤΗΝ ΝΟΤΙΑ Tell el-Far´ah;

 Μια αλληλουχία γεγονότων όπως: 

(1) η ονείρωξη του νυν προέδρου των ΗΠΑ να μετατραπεί η Λωρίδα της Γάζας σε πολυτελές τουριστικό θέρετρο στο στυλ της Κυανής Ακτής, του Ντουμπάϊ ή του Ελληνικού, 

(2) η δημοσίευση του νέου βιβλίου του Wolfgang Zwickel αναφορικά με τις αρχαιότητες της Γάζας, 

(3) η δημιουργία αρχαιολογικού κτηματολογίου από την Αρχαιολογική Υπηρεσία του Ισραήλ, 

(4) οι εργασίες του συνεδρίου της European Association of Archaeologists (ΕΑΑ) στην Αθήνα μεταξύ 26-29 Αυγούστου 2026, οι οποίες ξεσήκωσαν τις φιλοπαλαιστινιακές οργανώσεις, καθώς και μερίδα των συνδικαλιστικών οργάνων των Ελλήνων Αρχαιολόγων (τόσο μόνιμων, όσο και έκτακτων), εξαιτίας της συμμετοχής Ισραηλινών και φιλοισραηλινών επιστημόνων, οι οποίοι (πιστεύεται οτι) υποστηρίζουν ακραίες θέσεις και παραλίγο να οδηγήσουν σε διακοπή ή αναστολή του συνεδρίου, 

μας οδηγήσαν σε δαιδαλώδεις συνειρμούς. Συνειρμούς, οι οποίοι συνδέονται με συγκεκριμένο αρχαίο νεκροταφείο στην θέση Tell el-Far´ah του νότου. Αυτό το τελευταίο τονίζεται, διότι υπάρχει και βόρεια Tell el-Far´ah.  Γιατί όμως ήρθε στην σκέψη μας η θέση αυτή, η οποία δεν ανήκει στην Λωρίδα της Γάζας, αλλά συνορεύει με αυτήν; 

Εικ. 1: επιλογή τάφων από το νεκροταφείο 500 της νότιας Tell el-Far´ah (Gilmour 1995)

 
Εικ. 2: οι "φιλισταϊκοί" τάφοι του νεκροταφείου 500 (Waldbaum 1966)

 Η Tell el-Far´ah (S), όπως είναι γνωστή στην διεθνή βιβλιογραφία για να ξεχωρίζει από την βορειότερη συνονόματη θέση, βρίσκεται στην έρημο Negev και απέχει περί τα 20 χλμ. νότια από την πόλη της Γάζας. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, ο Flinders Petrie ανέσκαψε στην Tell el-Far´ah (S) και ανακάλυψε 2 νεκροταφεία: το νεκροταφείο 900, το οποίο χρονολογείται από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού ΙΙ εως την Εποχή του Σιδήρου, και το νεκροταφείο 500, το οποίο ήταν σε χρήση μεταξύ 12ου και 11ου αι. π. Χ. Το νεκροταφείο αυτό αποκαλείται επίσης και "φιλισταϊκό" (εικ. 1). [σ.σ.: Πληροφορίες επί της χρονολόγησης στην Γ Ενότητα υποκεφ. 7 του σεμιναρίου για τις "σκοτεινές πτυχές της αρχαιολογίας"]. 

 Στην συνέχεια του παρόντος κειμένου θα ασχοληθούμε με το νεκροταφείο 500. Τον ενδιαφέρον μας περιστρέφεται περί των τάφων αρ. 532, 542, 544, 552 και 562 (εικ. 2). Και θα εξηγήσουμε ακολούθως γιατί.  

Εικ. 3: κάτοψη και τομή τυπικού μυκηναϊκού θαλαμωτού τάφου ((c) commons wikimedia)

 
Εικ. 4: κάτοψη τυπικού μυκηναϊκού θαλαμωτού τάφου ((c) commons wikimedia)
 
 Ας αναφερθεί όμως πρώτα ποιοί ήσαν οι Φιλισταίοι. Η ονομασία προέρχεται από την αιγυπτιακή λέξη PLS (Peleset), η οποία εμφανίζεται για πρώτη φορά σε ανάγλυφα στον βόρειο εξωτερικό τοίχο του 2ου πρόπυλου του "οίκου των 1000 ετών" του Ραμσή του Γ΄ (1183/2-1152/1 π. Χ. περίπου) στην θέση Medinet Habu, στην δυτική πλευρά των Θηβών (Άνω ή νότια Αίγυπτος). Τα ανάγλυφα παρουσιάζουν από τα δυτικά προς τα ανατολικά, τις μάχες του εν λόγω φαραώ και του στρατού του κατά το 8ο έτος της βασιλείας του εναντίον πολυεθνικών ή πολυφυλετικών ομάδων ξένων εισβολέων (κατά την αιγυπτιακή προπαγάνδα) ή μεταναστών (κατά την σύγχρονη ερμηνευτική προσέγγιση), οι οποίοι ονομάζονται συμβατικά "λαοί της θάλασσας". Οι PLS-Peleset-Φιλισταίοι ανήκαν σε αυτήν την ομοσπονδία λαών ή φυλών. Εικονογραφικά ξεχωρίζουν από το κάλυμμα της κεφαλής τους, το οποίο θυμίζει περισσότερο διάδημα διακοσμημένο με φτερά πτηνού, παρά περικεφαλαία. Η έτερη γραπτή πηγή αναφοράς των Φιλισταίων είναι η Παλαιά Διαθήκη. Ειδικά τα βιβλία από την Έξοδο και μετά (Κριταί, Προφήται, Βασιλείς). Σύμφωνα με τα βιβλία αυτά, οι Φιλισταίοι προήλθαν από την Kaphtor (αιγυπτ. Kapatara), η οποία ταυτίζεται με την Κρήτη. Η προαναφερόμενη αιγυπτιακή πηγή σημειώνει οτι ο φαραώ έδωσε εκτάσεις γης στην Χαναάν (νότιο Λεβάντε) για να τις εποικίσουν οι Φιλισταίοι, από τους οποίους προήλθε η ονομασία Παλαιστίνη. Στην Παλαιά Διαθήκη οι Φιλισταίοι είναι ήδη εγκατεστημένοι, όταν φτάνουν οι Ισραηλίτες. 
 
 Οι Φιλισταίοι, σύμφωνα με γραπτές πηγές και αρχαιολογικές μαρτυρίες, είχαν δημιουργήσει εναν συνασπισμό πόλεων, μια πεντάπολις (Ashdod, Ashkelon, Ekron, Gath, Gaza - οι πρώτες 4 εξ αυτών έχουν ανασκαπτεί συστηματικά). Ο υλικός τους πολιτισμός φέρει προσμείξεις, επιμείξεις και υβριδικά στοιχεία ("αμαλγάματα") από γειτονικές κουλτούρες, με τις οποίες ήρθαν σε επαφή και αλληλοαφομοιωθήκαν. Αυτό γίνεται φανερό κυρίως από την κεραμεική τους, η οποία συνδυάζει σχήματα και μοτίβα, τόσο ντόπια (χανααναϊκά), όσο και εισαγώμενα. Στα τελευταία εμφανίζονται κατά κόρον οι επηρροές από τον αιγαιακό χώρο, ειδικά από την Μυκηναϊκή κεραμεική [σ.σ.: Υστεροελλαδική ΙΙΙΓ1, η οποία συνέβαλε άμεσα στην δημιουργία της ντόπιας μονόχρωμης φιλισταϊκής κεραμεικής και στην συνέχεια εξελίχθηκε στην δίχρωμη φιλισταϊκή κεραμεική]. Λεπτομέρειες για την φιλισταϊκή κεραμεική και την χρονολόγησή της, μπορεί κανείς να βρει στην βιβλιογραφία που παρατίθεται στο τέλος του κειμένου. Για περισσότερες λεπτομέρειες ωστόσο, υπάρχουν τα εξής έργα (σε χρονολογική σειρά): Buchholz, AA 89, 1974, σελ. 432 εικ. 79. Ben-Slomo, BAR-IS 1541 (2006) σελ. 22 πιν. 1.2, σελ. 24 πιν. 1.3. Lehmann, UF 39, 2007, σελ. 530-531 πιν. 1, σελ. 532 πιν. 2. Mountjoy 2018, σελ. 22 πιν. 1, σελ. 1096 πιν. 66.

 Στους τάφους του νεκροταφείου 500 της νότιου Tell el-Far´ah (εικ. 2) έχει πράγματι βρεθεί τέτοιου είδους κεραμεική (βλ. Laemmel 2009 εντ.). Αλλά αυτό δεν είναι το μοναδικό χαρακτηριστικό των συγκεκριμένων τάφων. Το σχήμα των τάφων είναι εξίσου ιδιαίτερο, μιας και θυμίζει βραχοσκεπείς θαλαμωτούς τάφους (αγγλ.: rock-cut chamber tombs), όπως τους ξέρουμε από το Αιγαίο της Ύστερης Εποχής του Χαλκού.

Εικ. 5: μυκηναϊκοί θαλαμωτοί τάφοι στον ελλαδικό χώρο (Galanakis, ArchRep 64, 2017/2018)

 Οι σκαλισμένοι σε υπώρειες λόφων θαλαμωτοί τάφοι είναι ο ενας βασικός τύπος ταφής των περιόδων Υστεροελλαδική ΙΙΒ-ΙΙΙΒ2 (1450-1200 π. Χ.). Ο έτερος τύπος ταφής είναι οι θολωτοί τάφοι. Αναλυτικά για την συγκεκριμένη κατηγορία ταφών μπορεί κανείς να μάθει από την 7η ενότητα του διαδικτυακού σεμιναρίου του ΚΔΒΜ Τσαούση. Εδώ θα περιοριστούμε σε βασικές πληροφορίες. 

 Οι θαλαμωτοί τάφοι είναι η πολυπληθέστερη ταφική ομάδα στον ελλαδικό χώρο. Υπολογίζεται οτι έχουν ανακαλυφθεί περισσότεροι από 4000 τάφοι, η πλειονότητα των οποίων βρίσκεται στον νομό Αργολίδας (εικ. 5). Οι τάφοι αποτελούνται από εναν στενόμακρο, κατηφορικό δρόμο, τον θάλαμο (κάμαρα), ο οποίος μπορεί να είναι ορθογώνιος, τραπεζοειδής, ελλειψοειδής, αλλά και κυκλικός. Ο θάλαμος διαθέτει είσοδο, το "στόμιο" το οποίο φραζόταν με ξερολιθιές μετά τον ενταφιασμό. Ο δε δρόμος επιχωνόταν (εικ. 3-4). Οι θαλαμωτοί τάφοι ήσαν ομαδικοί/οικογενειακοί και χρησιμοποιούνταν για πολλές γενεές. Οι σωροί των νεκρών τοποθετούνταν σε λάκκους επί του δαπέδου μαζί με κτερίσματα. Ολόκληρα νεκροταφεία έχουν ανακαλυφθεί, τα οποία χρονολογούνται στην Μυκηναϊκή Ανακτορική Εποχή: στα Δενδρά, την Πρόσυμνα, την Παλαιά Επίδαυρο (Αργολίδα), στα Αηδόνια και την Αγία Ειρήνη (Νεμέα Κορινθίας), στο Παλαιόκαστρο (Γορτυνία Αρκαδίας), στην Ιαλυσό (Ρόδος), σε θέσεις πέριξ του ανακτόρου της Κνωσσού (π.χ. Ισόπατα, Ζαφέρ Παπούρα, Σελλόπουλο). Και στην Μικρά Ασία όμως, στην Μίλητο και την Αλικαρνασσό, έχουν βρεθεί τάφοι του είδους αυτού. 

 Μέχρι  και το τέλος της Υστεροελλαδικής ΙΙΙΒ2, οι θαλαμωτοί τάφοι χρησιμοποιούνταν για την εναπόθεση σωρών. Σε ορισμένους εξ αυτών, όπως π.χ. στην Τανάγρα της Βοιωτίας και στην Αγία Τριάδα της Κρήτης, έχουν βρεθεί πήλινες εικονόγραπτες λάρνακες. Από την Υστεροελλαδική ΙΙΙΓ (Μετανακτορική Εποχή, 1200-1050 π. Χ.) όμως, στους θαλαμωτούς τάφους συναντώνται και καύσεις των νεκρών. Σε αρκετούς εξ αυτών των τάφων επίσης, ειδικά στην Κρήτη και την Αχαϊα, έχουν βρεθεί υπέρογκες ποσότητες όπλων, με συνέπεια κάποιοι ερευνητές να κάνουν λόγο για '"τάφους πολεμιστών' οι οποίοι αντικατοπτρίζουν το ταραγμένο, ασταθές κλίμα (κοινωνικό/ πολιτικό) της εποχής εκείνης. Τα μεγαλύτερα νεκροταφεία επίσης, στα οποία συγκαταλέγονται η Περατή στην Αττική και οι Αρμένοι στην Κρήτη, με άνω των 200 θαλαμωτών τάφων, χρονολογούνται εκείνην την εποχή. Και είναι κατά κάποιον τρόπο σύγχρονα με τα νεκροταφεία της νότιας Tell el-Far´ah. Πως μπορεί όμως να εξηγηθεί το γεγονός οτι ο τύπος αυτός ταφής έφτασε στην Παλαιστίνη; Από ποιούς και από που προήλθε; Και γιατί χρησιμοποιήθηκε ο συγκεκριμένος τύπος ταφής;

 Κάποιοι ερευνητές θεωρούν οτι ο θαλαμωτός τάφος είναι εξέλιξη του απλού λακκοειδούς και λιθόκτιστου τάφου (Hiller, σε Laffineur (επιμ.) Transition. Aegaeum 3, 1987, σελ. 137-138). Άλλοι θεωρούν οτι η μορφή αυτή τάφων προϋπήρχε και προήλθε, είτε από την Πελοπόννησο και το Ιόνιο (Papadimitriou, BAR-IS 925, 2001), είτε από την Κρήτη (Pini 1968). Από την Κρήτη μεταφέρθηκε στην Κύπρο, όπου εξελίχθηκε ως τάφος με πολλαπλές καμάρες [σ.σ.: Η Ελένη Μαντζουράνη στο βιβλίο της, Η Αρχαιολογία της προϊστορικής Κύπρου (Αθήνα 2001) σελ. 124-125 υποστηρίζει, οτι  οι τάφοι με πολλαπλούς θαλάμους προϋπήρχαν από την Μεσοκυπριακή Εποχή στο νησί]. Ορισμένοι ερευνητές πιστεύουν οτι από την Κύπρο, ο θαλαμωτός τάφος εισήχθηκε στην Παλαιστίνη. Παλαιότερες γενεές αρχαιολόγων, όπως οι  Waldbaum (1966) και Dothan (1982) γράφουν με ενθουσιασμό για άμεσες επηρροές από τον αιγαιακό χώρο. Οι Brug (1985) και Gilmour (1995) αντίθετα, εμφανίζονται πιο συγκρατημένοι και όπως η Laemmel (2009) για την κεραμεική, φέρουν στο προσκήνιο τις προϋπάρχουσες αρχιτεκτονικές ταφικές παραδόσεις της Παλαιστίνης της Ύστερης Εποχής του Χαλκού.

 Πράγματι, το σχήμα των τάφων 542 και 552 (εικ. 2) δεν θυμίζει ιδιαίτερα τους μυκηναϊκούς θαλαμωτούς τάφους. Μοιάζει δε να φέρει επηρροές από Κύπρο και Χαναάν. Μην ξεχνούμε όμως, πως οι Φιλισταίοι ήταν μια υβριδική κουλτούρα που αναμείχθηκε, αφομοίωσε και αφομοιώθηκε από γηγενή στοιχεία και πληθυσμούς. Μην ξεχνούμε επίσης, οτι προϊόντα (μέταλλα, ορυκτά, καλλυντικά κ.α.), ανθρώπινο δυναμικό (σκλάβοι, τεχνίτες, εμπόροι), ακόμα και ιδέες (τελετουργίες, δοξασίες, θρησκείες κ.α.) διακινούνταν μεταξύ των πολιτισμών της Εποχής του Χαλκού. Η μινωϊκή και η μυκηναϊκή κεραμεική που έχουν βρεθεί σε διάφορες θέσεις - μεταξύ αυτών και η Παλαιστίνη - είναι μάρτυρες επί αυτού. Οι θαλαμωτοί τάφοι ήσαν δημοφιλείς, διότι ήσαν πιο οικονομικοί και πιο εύκολα κατασκευάσιμοι από τους θολωτούς, και για αυτό ίσως και πιο πρακτικοί. Η δε ύπαρξη δρόμου έμπροσθεν αυτών, ίσως να σηματοδοτεί την ύπαρξη διαφοροποιημένων ταφικών πρακτικών από τις προγενέστερες περιόδους, όπως π.χ. τελετουργική εκφορά σωρού νεκρού. Οι θαλαμωτοί τάφοι είχαν πολλαπλές χρήσεις: χρησιμοποιούνταν και για ενταφιασμούς σωρών και για καύσεις. Σε αυτούς ενταφιάζονταν και μέλη των τοπικών ελίτ και μη προνομιούχοι. Συνδύαζαν την απλότητα με την μεγαλοπρέπεια. 

 Οι τάφοι του νεκροταφείου 500 της νοτίου Tell el-Far´ah επομένως αποτελούν παράδειγμα: 

 (1) των ριζικών κοινωνικών/ οικονομικών/ πολιτικών/ πολιτιστικών μεταβολών που έλαβαν χώρα κατά το τέλος της Εποχής του Χαλκού και τις απαρχές της Εποχής του Σιδήρου, 

 (2) των αλληλεπιδράσεων και αφομοιώσεων εθνικών και πολιτιστικών στοιχείων που συντελέστηκαν την ίδια εκείνη χρονική περίοδο και οδηγήσαν στην δημιουργία νέων κοινωνιών με μεικτά εθνικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά.

 Στον αρχιτεκτονικό τους πυρήνα μπορεί να κρύβουν τις παραδόσεις και τεχνικές των υστεροελλαδικών μυκηναϊκών θαλαμωτών τάφων. Αλλά είναι κάτι περισσότερο από αυτούς, όπως και τα κτερίσματά τους. Αυτά τους τα στοιχεία τους κάνουν τόσο ξεχωριστούς και μοναδικούς.

-------------------- 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ (σε χρονολογική σειρά)

(1) Περί Φιλισταίων (γενικά έργα - επιλογή):

T. Κ. Dothan, The Philistines and their material Culture (1982)

J. F. Brug, A Literary and Archaeological Study of the Philistines. BAR-IS 265 (1985) [διαρθρωμένο κατά το υπόδειγμα του βιβλίου της Dothan, ασκεί κριτική σε αυτό]

A. Yasur-Landau, The Philistines and Aegean Migration at the End of the Late Bronze Age (2010)

 (2) Περί του νεκροταφείου:

J. C. Waldbaum, Philistine Tombs at Tell Fara and their Aegan Prototypes, in: AJA 70, 1966, pp. 331-340

W. H. Stiebig, Another Look at the Origins of the Philistine Toms at Tell el-Far´ah (S), in: AJA 74, 1970, pp. 139-143 [κριτική στο προαναφερόμενο άρθρο της Waldbaum

G. Gilmour, Aegean Influence in Late Bronze Age Funerary Practices in the Southern Levant, in: S. Campell - A. Green (eds.) The Archaeology of Death in the Ancient Near East. Oxbow Monograph 51 (Oxford 1995) pp. 155-170 [αναφορικά με τους τάφους]

S. Laemmel, A Note on the Material from the Late Bronze Age and the Early Iron Age Cemeteries at Tell el-Far´ah South, in: C. Bachhuber - R. Gareth Roberts (eds.) Forces of Transformation (Oxford 2009) pp. 168-183 [αναφορικά με τα κτερίσματα των τάφων]

Sonntag, 30. August 2026

The Schaft Graves of the Grave Circle A of Mycenae in their Aegean-Mediterranean Context.

 Φέτος συμπληρώνονται 150 χρόνια από τότε που ο Σλήμαν ανέσκαψε στις Μυκήνες και ανακάλυψε τους Λακκοειδείς Τάφους του Ταφικού Κύκλου Α. Η ανακάλυψη αυτή ήταν τόσο μεγάλης σημασίας που χαρακτηρίζει πλέον μια ολόκληρη εποχή. 'Οταν δηλαδή γίνεται λόγος για την "Εποχή των Λακκοειδών Ταφών" εννοείται ουσιαστικά η Πρώϊμη Μυκηναϊκή ή αλλιώς Υστεροελλαδική Ι-ΙΙΑ Περίοδος (1600-1450 π. Χ.). Οι απαρχές της εποχής αυτής ωστόσο τοποθετούνται στην Μεσοελλαδική ΙΙΙ (1700-1600 π. Χ.), καθώς τότε χρονολογείται ο αρχαιότερος Ταφικός Κύκλος Β, ο οποίος βρίσκεται εκτός των τειχών της μυκηναϊκής ακροπόλεως και ανεσκάπτει κατά την δεκαετία του 1950 από τους Έλληνες αρχαιολόγους Ιωάννη Παπαδημητρίου και Γεώργιο Μυλωνά. 

Εικ. 1

 Το ομώνυμο "Μουσείο Σλήμαν" στην κωμόπολη Ankershagen τιμά την επέτειο αυτή με μια μικρή, αναμνηστική έκθεση, η οποία θα διαρκέσει μέχρι τα τέλη Οκτωβρίου του τρέχοντος έτους (βλ. εικ. 1). 
 
 Με αφορμή την επέτειο και την έκθεση αυτή, ας αναφερθούν εδώ ορισμένα στοιχεία, ώστε να γίνει κατανοητό, γιατί η ανακάλυψη αυτή είναι μείζονος σημασίας. Στοιχεία έχουν παρθεί από την 6η ενότητα του διαδικτυακού σεμιναρίου ΚΔΒΜ Τσαούση αναφορικά με την Ταφική Αρχαιολογία. Αναφορικά με την προσωπικότητα και το έργο του Σλήμαν, καλό είναι να ανατρέξουν οι αναγνώστες του ιστολογίου στην 3η ενότητα του διαδικτυακού σεμιναρίου του ιδίου ΚΔΒΜ σχετικά με τις σκοτεινές πτυχές της Αρχαιολογίας
 

Εικ. 2
 Κατ΄αρχάς, οι Λακκοειδείς Τάφοι καθεαυτοί ως είδος ταφής, δεν είναι παρά ορθογώνιοι φρεατοειδείς λάκκοι βάθους μεταξύ 1,20-3,50 μ., οι οποίοι καλύπτονταν από λίθινες πλάκες (εικ. 2). Ο Ταφικός Κύκλος Α - χρονολογούμενος σε αυστηρά πλαίσια μεταξύ 1600 και 1500 π. Χ. - βρίσκεται εντός των τειχών της μυκηναϊκής ακροπόλεως, τα οποία χτιστήκαν κατά την Υστεροελλαδική ΙΙΙΑ1 (1400 π. Χ. - είναι η επονομαζόμενη "Μυκηναϊκή Ανακτορική Εποχή") και ήσαν ορατά - όπως και τμήμα της "Πύλης των Λεόντων" κατά την κλασική αρχαιότητα, τον μεσαίωνα και τους νεότερους χρόνους. Ο Ταφικός Κύκλος Α διέθετε κυκλικό περίβολο και τουλάχιστον 4 ανάγλυφες επιτύμβιες στήλες από ασβεστόλιθο (εικ. 3). Συμπεριλάμβανε 6 τάφους, στους οποίους ήσαν ενταφιασμένοι 17 ενήλικες - 9 γυναίκες, 8 άνδρες - και 2 παιδιά. Οστεολογικές αναλύσεις απέδειξαν οτι οι ενταφιασμένοι ήσαν συγγενείς. Οι τάφοι είναι αριθμημένοι με λατινικούς χαρακτήρες. Εξ αυτών οι ΙΙ και IV είναι οι αρχαιότεροι, χρονολογικά παράλληλοι με τους τελευταίους τάφους του Ταφικού Κύκλου Β. Ο Σλήμαν ανέσκαψε τους πρώτους 5 στα 1876. Τον 6ο τάφο τον ανακάλυψε και τον ανέσκαψε ο γιατρός Παναγιώτης Σταματάκης μεταξύ 1876-1878 (εικ. 4). Ο Σταματάκης επέβλεπε τις εργασίες του Σλήμαν για λογαριασμό της ελληνικής κυβερνήσεως. Οι ημερολογιακές του καταγραφές είναι λεπτομερέστερες από του Σλήμαν.
 
Εικ. 3

Εικ. 4

 Τα ευρήματα του Ταφικού Κύκλου Α μπορεί κανείς να τα δει στην μόνιμη έκθεση στο ισόγειο του Εθνικού Αρχαιολογικού Μουσείου Αθηνών. Τα πλουσιώτερα και πιο εντυπωσιακά ευρήματα προέρχονται από τους τάφους III, IV και V. Σε αυτά περιλαμβάνονται 5 χρυσές προσωπίδες, 41 ξίφη, 17 εγχειρίδια, περισσότερα από 28 αγγεία από χρυσό και άργυρο, κοσμήματα από πολύτιμους λίθους και μέταλλα (εικ. 5-7) και πολλά άλλα αντικείμενα. Τα ευρήματα έχουν δημοσιευτεί υποδειγματικά από τον Georg Karo ως "Die Schachtgräber von Mykene" (München 1930-1933). 

Εικ. 5

Εικ. 6

Εικ. 7
 Γιατί όμως ο Ταφικός Κύκλος Α είναι σημαντικός και ποιά είναι η συμβολή του στην Αρχαιολογία του Αιγαιακού κόσμου;

 Κατ΄αρχάς με την ανακάλυψη του Σλήμαν επιβεβαιώθηκε οτι υπήρχε προϊστορία στον ελλαδικό κόσμο. Υπήρξε Εποχή του Χαλκού με ανεπτυγμένο, υψηλό πολιτισμό. Κατ΄αυτόν τον τρόπο δώθηκε βάθος στην ελληνική αρχαιότητα. Ο Σλήμαν βέβαια, ήθελε να αποδείξει την ιστορικότητα των ομηρικών επών. Για αυτό π.χ. ονόμασε την προσωπίδα της εικ. 5 "Μάσκα του Αγαμέμνωνα". Την εποχή του Σλήμαν ωστόσο, οι επιστημονικές μέθοδοι δεν είχαν εξελιχθεί τόσο πολύ, επομένως δεν ήταν γνωστό οτι τα ευρήματα των Λακκοειδών Ταφών ήσαν περί τους 4 αιώνες αρχαιότερα του ομηρικού Τρωϊκού πολέμου.

 Αδιαμφισβήτητη θεωρείται από πολλούς μελετήτες η πολιτιστική επηρροή του προϋπάρχοντος μινωϊκού πολιτισμού στην τέχνη της Εποχής των Λακκοειδών Ταφών. Εύλογο, μιας και την περίοδο εκείνη, η λεγόμενη "Μινωϊκή Θαλασσοκρατορία" βρισκόταν στο απόγειό της. Προϊόντα, πρώτες ύλες, ανθρώπινο δυναμικό ανταλλάσσονταν και αλληλεπιδρούσαν μεταξύ Μινωϊκής Κρήτης και Μυκηναϊκής Ελλάδας. 

 Δεν αποκλείεται η υπόθεση, η δυναστεία που κυριαρχούσε τότε στις Μυκήνες να παρήγγειλε τα τέχνεργα που βρεθήκαν στους Λακκοειδείς Τάφους. Χάρις σε αυτού του είδους την τεχνογνωσία εμφανίστηκε για πρώτη φορά στην ηπειρωτική Ελλάδα η εικονογραφία ρεαλιστικών αναπαραστάσεων ανθρωπίνων μορφών και ζώων (εικ. 6-7). 

 Συν τοις άλλοις εμφανίστηκε και η χρήση της τεχνικής σμάλτου ονόματι "νιέλλο", κατά την οποία ενα λιωμένο κράμα θειαφιού, μόλυβδου, χαλκού και αργύρου απλώνεται επί επιφανείας μεταλλικού αντικειμένου το οποίο φέρει εγχάρακτη διακόσμηση (εικ. 6). 

 Άλλες καινοτομίες της εποχής εκείνης περιλαμβάνουν την εισαγωγή και χρήση δίτροχου και δίθριππου άρματος (άρμα το οποίο σύρεται από 2 άλογα δηλαδή) και την χρήση ξίφους. Και στις 2 περιπτώσεις αντικατοπτρίζονται νέες τεχνικές μάχης (εικ. 7). 

 Η εύρεση στους τάφους κοσμημάτων και αγγείων από υλικά, όπως κεχριμπάρι από την Βαλτική, φαγεντιανή, αλάβαστρο, λάπις λάζουλι (αιγυπτιακό μπλε), αυγά στρουθοκάμηλου, ελεφαντόδοντο, ήλεκτρο και χρυσό συνολικού βάρους 15 κιλών περίπου, συνηγορούν υπέρ διαπολιτιστικών και εμπορικών δεσμών, όχι μόνο με την Μινωϊκή Κρήτη, αλλά και με άλλους πολιτισμούς της Εποχής του Χαλκού, όπως της Αιγύπτου. Το πολιτικό, οικονομικό, κοινωνικό και πολιτιστικό πλαίσιο της τελευταίας κατά την Εποχή των Λακκοειδών Ταφών, την θέλει διαιρεμένη σε τουλάχιστον 3 κέντρα εξουσίας, ενα εκ των οποίων ήταν των σημιτικής καταγωγής Υξώς στο Δέλτα του Νείλου. Η δυναστεία επομένως των ηγεμόνων της εποχής του Ταφικού Κύκλου Α, δεν ήταν μόνο σύγχρονη της "Μινωϊκής Θαλασσοκρατορίας", αλλά και της λεγόμενης "2ης Ενδιάμεσης Περιόδου στην Αίγυπτο".

 H σπουδαιότητα των ενταφιασμένων στηρίζεται επίσης στο γεγονός οτι οι επόμενες γενεές, ενέταξαν τον περίβολο του Ταφικού Κύκλου Α πίσω από τα τείχη της ακροπόλεως (εικ. 3). Η διαρρύθμιση και η αρχιτεκτονική του Ταφικού Κύκλου Α, με τον περίβολο και τις επιτύμβιες στήλες, του προσδίδει τον χαρακτήρα ανοικτού δημοσίου σήματος, στον οποίον λαμβάναν χώρα τιμητικές τελετουργίες.  

 Να αναφερθεί τέλος και το ότι η Εποχή των Λακκοειδών Ταφών - αναλόγως βέβαια του ποιά χρονολόγηση ακολουθείται - εντάσσεται στο γενικό υπόβαθρο της έκρηξης του ηφαιστείου της Θήρας. και των επακόλουθων αυτής. Από την μια μεριά, υπάρχει η νέα ή υψηλή χρονολόγηση, η οποία υποστηρίζεται από τις θεωρητικές επιστήμες. Η δενδροχρονολόγηση, η ανάλυση γύρης και πόλων από παγετώνες έχουν δώσει αποτελέσματα μεταξύ 1659-1600 π. Χ. Από την άλλη όμως, η παραδοσιακή ή συμβατική χαμηλή χρονολόγηση βασίζεται στην χρονολόγηση της μινωϊκής κεραμεικής που βρέθηκε στις ανασκαφές στο Ακρωτήρι και τοποθετείται στην Υστερομινωϊκή ΙΑ (1500 π. Χ.). Μια χρονική απόσταση ενός αιώνα δηλαδή, σύμφωνα με τα 2 αυτά χρονολογικά συστήματα. Πρόσφατα ευρήματα από τις ακτές της ανατολικής Μικράς Ασίας, όπως ο σκελετός έφηβου φέρονται να υποστηρίζουν την παραδοσιακή χρονολόγηση. Στην περίπτωση αυτή χρειάζονται ασφαλώς περισσότερα και ισχυρότερα στοιχεία.


ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΕΙΚΟΝΩΝ

Εικ. 1-2, 5-7: (c) wikimedia commons

Εικ. 3-4: (c) R. Laffineur, ΜΝΗΜΗ.17th Intern. Aegean Conference, Udine, April 2018. Aegaeum 43 (Liège 2019)