Mittwoch, 5. August 2026

The "Mystery" of the Knossos "Temple Tomb".

 615 μέτρα νότια του ανακτόρου της Κνωσού στην Κρήτη, υπάρχει ενα κτίσμα παραμελημένο και ίσως και υποτιμημένο από την επιστήμη. Οι καθηγητές δεν το αναφέρουν στις πανεπιστημιακές τους παραδόσεις και στα σεμινάρια. Οι ανασκαφείς δεν ασχολούνται μαζί του. Δεν υπάρχουν πτυχιακές, μεταπτυχιακές, διδακτορικές, υφηγεσίες, μονογραφίες, άρθρα, συνέδρια για αυτό. Προτιμώνται τα μινωϊκά ανάκτορα που είναι και πιο εντυπωσιακά. Κι όμως, αυτό το ταπεινό κτίσμα, το οποίο ανασκάπτηκε από τον Άρθουρ Έβανς στις αρχές του 20ου αιώνα, μπορεί να είναι πολύ πιο σημαντικό από οποιοδήποτε ανάκτορο.

Εικ. 1

 Ο ανασκαφέας του το χρονολόγησε στην Μεσομινωϊκή (ΜΜ) ΙΙΙ Β (1650-1600 π. Χ.) ή Νεο-Ανακτορική (2η Μινωϊκή Ανακτορική) Εποχή κατά την χρονολόγηση του Νικολάου Πλάτωνος. Το οικοδόμημα γκρεμίστηκε κατά τα τέλη της Υστερομινωϊκής (ΥΜ) Ι Α (1600-1500 π. Χ.), αλλά ανοικοδημήθηκε και πάλι. Το κτήριο αποτελείται από 2 ορόφους, εναν υπόγειο και εναν υπέργειο.  

Εικ. 2, όροφος

Εικ. 3, υπόγειο

 Το υπέργειο κτήριο (εικ. 2) βλέπει ανατολικά και περιλαμβάνει βεράντα, η οποία ήταν προσβάσιμη από τον βορρά. Η βεράντα συνδεόταν με την οροφή επίστυλης αίθουσας μέσω διαδρόμου. Η οροφή της αίθουσας ήταν διακοσμημένη με κέρατα καθοσιώσεως και στηριζόταν από 2 κίονες (εικ. 1). Ενα κλιμακοστάσιο στο εσωτερικό του κτηρίου, νότια του διαδρόμου, συνέδεε το υπέργειο με το υπόγειο οικοδόμημα. Ο κυρίως θάλαμος του υπογείου (εικ. 3) είναι μια τετράγωνη κρύπτη 4 Χ 4. Η οροφή της είχε ξύλινη επένδυση, η οποία ήταν βαμμένη με μπλέ χρώμα και στηρίζοταν σε τετράπλευρο λίθινο στύλο. Οι τοίχοι της κρύπτης ήταν επενδεδυμένοι με αλαβάστρινες πλάκες. Η είσοδός της ήταν σφραγισμένη με ξύλινη θύρα. Ανατολικά της κρύπτης υπάρχει ενα δωμάτιο, η ξύλινη οροφή του οποίου αποτελούνταν από χοντρές, παράλληλες δοκούς και στηριζόταν από 2 τετράπλευρους στύλους. Το δωμάτιο αυτό είναι προσβάσιμο μέσω ενός διαδρόμου, η είσοδος του οποίου περιβάλλεται από 2 προδρόμους.  Το κτίσμα συμπληρώνεται στην ανατολική πλευρά από εναν ανοιχτό περίβολο και μια αίθουσα με 2 κυλινδρικούς κίονες ύψους 2,50 μ.  
Εικ. 4, ευρήματα
 Ο ανασκαφέας του οικοδομήματος, ο Έβανς, ερμήνευσε το υπέργειο κτίσμα ως ιερό, λόγω των κεράτων καθοσιώσεως και της αρχιτεκτονικής του. Το δε υπόγειο κτίσμα το ερμήνευσε ως νεκρικό θάλαμο, ο οποίος ήταν σε χρήση μεταξύ ΜΜ ΙΙΙ Β -ΥΜ ΙΙΙ Β (1650-1200 π. Χ.). Από την πρώτη φάση (ΜΜ ΙΙΙ Β) βρέθηκε μόνο κεραμική (εικ. 4). Από τις ΥΜ ΙΙ-ΙΙΙ περιόδους προέρχονται σκελετικά κατάλοιπα ενός ενήλικου ανδρός και ενος αγοριού, τα οποία, είτε είχαν τοποθετηθεί στο δάπεδο της κρύπτης, είτε είχαν εναποτεθεί εντός ξύλινης σαρκοφάγου, η οποία δεν διασώθηκε. Ως κτερίσματα βρεθήκαν αγγεία μινιατούρες, όπως ενα αλάβαστρο και ενας ψευδόστομος αμφορέας. Ο ¨Εβανς υποθέτει οτι τα σκελετικά κατάλοιπα θα μπορούσαν να είναι θύματα του σεισμού που έπληξε την Κρήτη κατά το τέλος της ΥΜ Ι Α περιόδου (και ο οποίος πιθανόν να συνδέεται με την έκρηξη του ηφαιστείου της Θήρας). Το κτήριο θα μπορούσε να έχει πρωταρχικά λατρευτικό χαρακτήρα, ο οποίος στην πορεία του χρόνου συνδυάστηκ με το ταφικό στοιχείο.

Εικ. 5, αναπαράσταση
 Από την εποχή του Έβανς και μετά δεν ασχολήθηκε κανείς με το οικοδόμημα αυτό και τα ευρήματά του. Θεωρούμε οτι μια αναθεώρηση έχει βάση, ειδικά τώρα, με την έξαρση της τεχνολογίας. Η χρήση της τελευταίας (π.χ. τεχνικές geoscanns, lidar, GIS, ARCOR) μπορεί, είτε να επιβεβαιώσει, είτε να αποδείξει καινούργια στοιχεία αναφορικά με την αρχιτεκτονική και την ερμηνεία του κτηρίου (εικ. 5). Αυτό ειδικά, διότι δεν είναι γνωστό, εαν υπάρχουν παρόμοια οικοδομήματα της μινωϊκής Κρήτης, τα οποία προσφέρουν συνδυασμό υπόγειας νεκρικής κρύπτης με υπέργειο ιερό. Τα γνωρίσματα αυτά απαντούν σε μνημεία της Εγγύς Ανατολής από την Εποχή του Χαλκού, όπως π.χ. οι μασταμπάδες της Αιγύπτου και οι νεκρικές βασιλικές κρύπτες στην Quatna της Συρίας. Οπότε τι σημαίνει αυτό; Μήπως έχουμε στην περίπτωση αυτήν έξωθεν επηρροές; Αυτό από μόνο του αποτελεί εναν καλό λόγο για έρευνα, μελέτη, πιθανή αναθεώρηση και επανερμηνεία του "Temple Tomb" της Κνωσού, σε σύγκριση με τα "ex oriente (lux)" παράλληλα.

 

 ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ (χρονολογική σειρά)

 A. Evans, The Palace of Minos at Knossos IV, 2 (London 1964) σελ. 964-978, 988-992, 1002-1018. σελ. 976 εικ. 936

 I. Pini, Beiträge zur minoischen Gräberkunde (Wiesbaden 1968) σελ. 39-40, Nr. XVII. σελ. 84 εικ. 36

 W. Löwe, Bronzezeitliche Bestattungen auf Kreta. BAR-IS 642 (Oxford 1996) Nr. 506 σελ. 202 εικ. 20 

Π. Γαλάνης, Ταφική Αρχαιολογία - Διαδικτυακό Σεμινάριο ΚΔΒΜ Τσαούση (διαθέσιμο από 2022/23), κεφάλαιο 5ο 


ΠΡΟΕΛΕΥΣΗ ΕΙΚΟΝΩΝ

 βλ. Evans IV, 2 (1964) ως ανωτέρω  - τα σχέδια (τομές, κατόψεις, αναπαραστάσεις - εικ. 2-3, 5) έγιναν από τον Piet de Jong

Sonntag, 19. Juli 2026

ΨΗΓΜΑΤΑ "ΟΜΗΡΙΚΗΣ" ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ.

 Με αφορμή την επίκαιρη ταινία του Νόλαν για την Οδύσσεια, αλλά και την έκθεση στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο για το βασίλειο του Νέστορα στην Πύλο θα γίνουν αναφορές στο παρόν κείμενο σε κάποια θέματα/ ζητήματα/ προβλήματα, τα οποία περιστρέφονται γύρω από την αποκαλούμενη "ομηρική" αρχαιολογία. 

 Σύμφωνα με την ενότητα 4 του Γ μέρους του σεμιναρίου "οι σκοτεινές πτυχές της αρχαιολογίας", ως ομηρική αρχαιολογία μπορούμε να ονομάσουμε την μελέτη και σύγκριση των αρχαιολογικών καταλοίπων της Υστερης Εποχής του Χαλκού και της Πρώϊμης Εποχής του Σιδήρου με τυχόν αντίστοιχες αναφορές στα δυο ομηρικά έπη, της Ιλιάδας και της Οδύσσειας δηλαδή. Η τάση ξεκίνησε με τις ανακαλύψεις του Ερρίκου Σλήμαν, ο οποίος προσπαθώντας να αποδείξει την ιστορικότητα των επών, έβλεπε παντού αντανακλάσεις των ομηρικών ποιημάτων. Κάποια στοιχεία είναι δικαιολογημένα εν μέρει: αναφέρονται λ.χ. οδοντόφρακτα κράνη, ορθογώνιες ασπίδες, πολεμικά άρματα συρόμενα από 2 άλογα, ανάκτορα - πράγματα που έχουν βρεθεί στο αρχαιολογικό υπόβαθρο της Ύστερης Εποχής του Χαλκού. Γίνονται αναφορές σε καύσεις νεκρών και Φοίνικες ναυτικούς - εμφανίζονται στο αρχαιολογικό context της Πρώϊμης Εποχής του Σιδήρου. Η πολύτομη σειρά "Archaeologia Homerica" σε επιμέλεια των F. Matz - H.-G. Buchholz είναι ενας εξαιρετικός οδηγός πλοήγησης και κατανόησης του πως τα ομηρικά κείμενα αντικατοπτρίζουν το αρχαιολογικό πλαίσιο. 

 Ο Σλήμαν είχε περιοδεύσει στα 1868 στην Μικρά Ασία και την Ελλάδα ψάχνοντας αποδείξεις για την ιστορικότητα των επών. Το επόμενο χρόνο κατέθεσε τις εντυπώσεις και έρευνες από το ταξίδι του υπό τον τίτλο "Ithaka, der Peloponnes und Troia" ως διατριβή στο πανεπιστήμιο του Rostock, το οποίο είναι σχετικά κοντά στην γενέτειρά του. Τον ίδιο χρόνο απέκτησε το διδακτορικό του από το πανεπιστήμιο, παντρεύτηκε την Ελληνίδα Σοφία Εγκαστρωμένου και στα 1870 ξεκίνησε την ανασκαφή του στον λόφο του Χισαρλίκ, όπου και πίστευε οτι θα βρεί την ομηρική Τροία. 

 Μολονότι πιστεύεται από την πλειονότητα του ακαδημαϊκού κόσμου οτι η πόλη (ή ποιό ορθά: οι στρώσεις 9 πόλεων από την Πρώϊμη Εποχή του Χαλκού) που βρέθηκε στο Χισαρλίκ θα πρέπει να ταυτίζεται με την Τροία, υπάρχουν εντούτοις ακόμα και στην σημερινή εποχή φωνές που ισχυρίζονται το αντίθετο. Μια εξ αυτών προέρχεται από τον αείμνηστο νομικό - συγγραφέα Βαγγέλη Πανταζή. Στο βιβλίο του "Όμηρος και Τροία" (εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 2006) ο συγγραφέας ισχυρίζεται οτι η Τροία που περιγράφει ο Όμηρος βρίσκεται περί τα 8 χλμ. ΝΑ του Χισαρλίκ.  

 Παρόμοια είναι και η περίπτωση του εντοπισμού της ομηρικής Ιθάκης και του ανακτόρου του Οδυσσέα. Ο Σλήμαν προσπάθησε ανεπιτυχώς να ανακαλύψει κάποιο ανάκτορο όταν πήγε στην Ιθάκη το 1868. Στα βόρεια του νησιού όμως έχουν εντοπιστεί λιγοστές σημαντικές θέσεις. Μια από αυτές είναι ενα σπήλαιο, το οποίο είχε χαρακτήρα ηρώου/ ιερού και στο οποίο βρεθήκαν κεραμική από την Εποχή του Χαλκού εως και τους ρωμαϊκούς χρόνους, ντόπια και εισηγμένη, ειδώλια, χάλκινα, λύχνοι, τρίποδες, νομίσματα, κοσμήματα κτλ. (βλ. M. Deoudi, Ithake: die Polis-Höhle, Odysseus und die Nymphen. Εκδ. University Studio Press, Θεσ/κη 2008). 

 Μια άλλη θέση είναι η λεγόμενη "Σχολή Ομήρου", την οποία ανέσκαπτε επί πολλά χρόνια το ζεύγος Παπαδόπουλου, αρχαιολόγοι καθηγητές του παν/μιου Ιωαννίνων. Η ανασκαφή συνεχίζεται υπό την διεύθυνση του Γιάννου Λώλου, καθηγητή στο ίδιο παν/μιο, σε συνεργασία με την Χριστίνα Μαραμπέα, αρχαιολόγο του ιδίου παν/μιου. Το ζεύγος Παπαδόπουλου θεωρούσε οτι βρήκε το ανάκτορο του Οδυσσέα. Οι νέοι ανασκαφείς θεωρούν οτι βρήκαν ιερό, το "Οδύσειον". Και ενα σχετικά εκτεταμένο κτηριακό σύμπλεγμα. Οι Λώλος - Μαραμπέα αποφεύγουν να κατατάξουν την κτηριακή εγκατάσταση των μυκηναϊκών χρόνων στα ανάκτορα. Θεωρούν πάντως πως, όπως και στην περίπτωση της σπηλιάς, έτσι και εδω υπάρχει ενας χώρος λατρείας προς τον Οδυσσέα από τους κλασικούς χρόνους και μετά. Σε αυτό συνηγορεί και η ανακάλυψη 3 πήλινων θραυσμάτων με αναγραφή του ονόματος του πλέον φημισμένου ομηρικού ήρωα.

 Φυσικά και σε αυτήν την περίπτωση υπάρχουν και άλλες γνώμες, οι οποίες θεωρούν οτι ο Όμηρος δεν περιγράφει στο έπος του την γνωστή Ιθάκη, αλλά την Κεφαλονιά. Η Κεφαλονιά, μεγάλο, εύφορο και πεδινό νησί, βρίσκεται δυτικότερα της Ιθάκης. Στην Κεφαλονιά δεν έχει εντοπιστεί μυκηναϊκό ανάκτορο, αλλά υπάρχουν 6-7 θολωτοί τάφοι στο εσωτερικό του νησιού. 

  Μια τρίτη υπόθεση εντοπισμού της ομηρικής Ιθάκης, προτείνει την Λευκάδα. Εισηγητής αυτής υπήρε ο μακροχρόνιος συνεργάτης του Σλήμαν, ο αρχιτέκτων Wilhelm Dörpfeld. Στις αρχές του 20ου αι., ο Dörpfeld ανασκάπτει στην θέση Στενό, στο Νυδρί Λευκάδας. Αντίς ανακτόρου, ανακαλύπτει 33 τύμβους, εκ των οποίων οι 2 έχουν διάμετρο 9,20 μ. ο ενας (R1) και 9,60 μ. ο άλλος (R26). Οι τύμβοι αυτοί χρονολογούνται στην Πρωτοελλαδική 2 (2700 - 2300 π. Χ.) [βλ. I. Kilian-Dirlmeier, Die bronzezeitlichen Gräber bei Nidri auf Leukas. RGZM-M 62 (Mainz 2005) VII, 1, 135. Σελ. 3 εικ. 2, σελ. 6 εικ. 3] και είναι πλούσιοι σε κτερίσματα. Σύμφωνα με την Kilian-Dirlmeier (2005, σελ. 155-164) το νησί βρισκόταν στο μεταίχμιο μεταξύ δυτ. Βαλκανίων και Αδριατικής, δεχόμενο έξωθεν επηρροές. 2 χλμ. ΒΔ από το Στενό, στους πρόποδες του όρους Σκάρος και συγκεκριμένα στην νότια παρειά, ο Dörpfeld ανακαλύπτει εναν ταφικό κύκλο της Μεσοελλαδικής Εποχής (2000 - 1600 π. Χ.) με πέτρινο περίβολο διαμέτρου 12,10 μ. Εντός του περιβόλου υπήρχαν 14 ορθογώνιοι κιβωτιόσχημοι τάφοι. 2 εξ αυτών (S4, S8) περιείχαν  εργαλεία και λίθινες αιχμές βελών (Kilian-Dirlmeier 2005, σελ. 47-54, 70-71, σελ. 48 εικ. 51, σελ. 148 εικ. 99).



 Ακόμα πιο συναρπαστική φαίνεται να είναι η αναζήτηση ομηρικών στοιχείων στην αρχαιολογία της Πελοποννήσου. Συγκεκριμένα, στον νομό Λακωνίας, τον οποίον δεν περίμενε κανείς οτι θα αποτελούσε "terra incognita". Κι όμως:  πολλοί μετετητές θέλουν να εντοπίσουν το "ανάκτορο του Μενέλαου και της Ελένης". Κάποιες θέσεις έχουν προταθεί από νότια προς βόρεια (βλ. χάρτες - εικ. 1-2 εντ.). Η νοτιότερη θέση είναι στον Άγιο Βασίλειο Ξηροκαμπίου, 12 χλμ. νοτίως της Σπάρτης, μεταξύ του ποταμού Ευρώτα και του όρους Ταύγετου. Η θέση ανασκάπτεται συστηματικά από το 2009 υπό την διεύθυνση των Αδαμαντία Βασιλογάμβρου - Νεκτάριου Καραδήμα - Σοφία Βουτσάκη, με συμμετοχή των Ιωάννας Μουτάφη, Ελίνας Καρδαμάκη, Βασίλη Πετράκη κ.α. Οι αρχαιολόγοι έχουν βρεί ανακτορικού τύπου κτίριο, εντός του οποίου εντοπίστηκαν πινακίδες Γραμμικής Β και θραύσματα τοιχογραφιών. Στα βόρεια του ανακτόρου ανασκάπτεται νεκροταφείο. Τόσο η ανασκαφή, όσο και η δημοσίευση αυτής βρίσκονται σε εξέλιξη.
  
  Βορειότερα του Αγ. Βασιλείου, πλησιέστερα στην πόλη της Σπάρτης, τις Αμύκλες - όπου και το ιερό του Απόλλωνος - και τον θολωτό τάφο του Βαφειού, βρίσκεται η θέση Μενελάϊον (βλ. εικ. 1-3 εντ.). Στον εκείθεν λόφο, ο Ludwig Ross ανέσκαψε στα 1834 ηρώο προς τιμή του Μενέλαου και της Ελένης. Μέλη της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής, εις εκ των οποίων ήταν ο Alan Wace, ανακαλύψαν ίχνη Υστεροελλαδικής εγκατάστασης στα 1909. Τον επόμενο χρόνο, ο τότε διευθυντής της Σχολής Dawkins, συνέχισε την ανασκαφή της μυκηναϊκής αυτής εγκατάστασης. 60 χρόνια αργότερα, ενας άλλος Βρετανός αρχαιολόγος, ο Hector Catling, ανέσκαψε στην θέση για λογαριασμό της Βρετανικής Αρχαιολογικής Σχολής. Ανακάλυψε 3 κτίσματα, εκ των οποίων το 1ο (Mansion I) το ερμηνεύει ως μυκηναϊκό "μέγαρο" του 1450 π. Χ. 10 μ. πιο μακρυά, βρήκε 2ο κτήριο (Mansion II), το οποίο ήταν σε χρήση μέχρι την Υστεροελλαδική ΙΙΙ Α 1. Ενα 3ο κτήριο (Mansion III) κατοικήθηκε κατά το τέλος της Υστεροελλαδικής ΙΙΙ Α 1. H ύπαρξη ανακτόρου στην θέση αυτή αμφισβητείται από πολλούς.
 
 Ενας εξ αυτών που αμφιβάλλουν για την ύπαρξη μυκηναϊκού ανακτόρου στο Μενελάϊον είναι ο πρώην ¨Εφορος Αρχαιοτήτων Αρκαδίας - Λακωνίας Θεόδωρος Σπυρόπουλος. Ο Σπυρόπουλος διεξήγε κατά την διάρκεια της θητείας του ανασκαφές στην Πελλάνα - την βορειότερη θέση εκ των 3 και σε σχεδόν ευθεία γραμμή (συγκρ. εικ. 1-3 εντ.). Η Πελλάνα βρίσκεται περί τα 27 χλμ. βόρεια της Σπάρτης. Στον λόφο "Παλαιόκαστρο", ο Σπυρόπουλος ανακάλυψε τις θεμελιώσεις 4 θολωτών τάφων και ενα μεγάλο κτήριο, το οποίο υποστηρίζει οτι πρέπει να είναι το ανάκτορο του Μενέλαου και της Ελένης. Το κτήριο περιείχε και πινακίδες Γραμμικής Β. Στην παρακείμενη θέση Σπηλιές - Πελεκητή, ο Σπυρόπουλος ανέσκαψε 5 θολωτούς τάφους, ο μεγαλύτερος εκ των οποίων φέρει διάμετρο 10 μ. Παρόμοιων διαστάσεων είναι και ο θολωτός του Βαφειού, που βρίσκεται νοτιότερα (βλ. εικ. 3 - συγκρ. και με το σεμινάριο για τις ταφές, κεφάλαιο 8). Ο θολωτός τάφος της Πελλάνας φέρει και την εξής ιδιορρυθμία: ο κύριος θάλαμός του είναι μεν κυκλικός, δείγμα οτι είναί πράγματι θολωτός. Η είσοδός του όμως έχει την μορφή θαλαμωτού. Η θόλος δεν σώθηκε δυστυχώς. Ακόμη χειρότερα, τα ευρήματα της Πελλάνας δεν έχουν δημοσιευτεί αναλυτικά και όπως θα έπρεπε. Το 2002 ο Σπυρόπουλος ανακοίνωσε οτι ο τάφος μπαζώθηκε και ο ίδιος συνταξιοδοτήθηκε χωρίς την δυνατότητα να συνεχίσει την ανασκαφή. Κατ΄αυτόν τον τρόπο χάνονται όχι μόνο σημαντικές πληροφορίες, αλλά και η δυνατότητα απάντησης ερωτημάτων, γιατί ο συγκεκριμένος τάφος παρουσιάζει αυτήν την ιδιομορφία και εαν αυτό το χαρακτηριστικό εμφανίζεται και σε άλλους τάφους της συγκεκριμένης κατηγορίας.  
 
 Αναφορικά με την ύπαρξη ανακτόρου στην Λακωνία, δεν είναι ασυνήθιστο να υπάρχουν περισσότερα του ενός σε μια περιοχή. Στην γειτονική της Λακωνίας Μεσσηνία, βρέθηκε και ανασκάπτεται συστηματικά εδώ και μερικά χρόνια υπό την διεύθυνση του Μιχάλη Κοσμόπουλου ενα ανάκτορο στην Ίκλαινα. Υπάρχει ήδη το ανάκτορο της Πύλου στον νομό Μεσσηνίας. Στην Αργολίδα υπάρχουν τα ανάκτορα των Μυκηνών και της Τίρυνθας. Στην Αττική, της Ελευσίνας και των Αθηνών. Στην Στερεά και την Θεσσαλία περιέργως, δεν υπάρχουν παρά μόνο τα ανάκτορα του Γλά, των Θηβών και της Ιωλκού παρά τον σημερινό Βόλο. Ανάκτορα δεν έχουν ανακαλυφθεί στα Επτάνησα, τις Σποράδες, τις Κυκλάδες και τα Δωδεκάνησα. Ούτε στην δυτική Ελλάδα (νομοί Ηλείας, Αχαϊας, Αιτωλοακαρνανίας, Θεσπρωτίας λ.χ.). Όσο για τους μνημειώδεις θολωτούς τάφους, δεν είναι κανόνας να βρίσκονται πάντα πέριξ των ανακτόρων. Στην Κεφαλονιά π.χ. υπάρχουν τέτοιοι τάφοι, αλλά δεν υπάρχει ανάκτορο. Ομοίως και στις Κυκλάδες (π.χ. Μύκονος, Τήνος). Παρόμοια κατάσταση επικρατεί και με κάποια μυκηναϊκά νεκροταφεία θαλαμωτών τάφων (π.χ. στα Αηδόνια Νεμέας, στην Ιαλυσό Ρόδου και αλλού). 
 
 Τα προαναφερόμενα είναι ενδεικτικά του ότι υπάρχουν ακόμα άλυτα προβλήματα στην αρχαιολογική επιστήμη, τα οποία συνδέονται και με τα ομηρικά έπη. Πρέπει να γίνουν αρκετά πράγματα, αλλά για να πραγματοποιηθούν, θα πρέπει να υπάρχει θέληση, οικονομικοί πόροι και υπομονή με την ελληνική κρατική γραφειοκρατία!