Με αφορμή την επίκαιρη ταινία του Νόλαν για την Οδύσσεια, αλλά και την έκθεση στο Εθνικό Αρχαιολογικό Μουσείο για το βασίλειο του Νέστορα στην Πύλο θα γίνουν αναφορές στο παρόν κείμενο σε κάποια θέματα/ ζητήματα/ προβλήματα, τα οποία περιστρέφονται γύρω από την αποκαλούμενη "ομηρική" αρχαιολογία.
Σύμφωνα με την ενότητα 4 του Γ μέρους του σεμιναρίου "οι σκοτεινές πτυχές της αρχαιολογίας", ως ομηρική αρχαιολογία μπορούμε να ονομάσουμε την μελέτη και σύγκριση των αρχαιολογικών καταλοίπων της Υστερης Εποχής του Χαλκού και της Πρώϊμης Εποχής του Σιδήρου με τυχόν αντίστοιχες αναφορές στα δυο ομηρικά έπη, της Ιλιάδας και της Οδύσσειας δηλαδή. Η τάση ξεκίνησε με τις ανακαλύψεις του Ερρίκου Σλήμαν, ο οποίος προσπαθώντας να αποδείξει την ιστορικότητα των επών, έβλεπε παντού αντανακλάσεις των ομηρικών ποιημάτων. Κάποια στοιχεία είναι δικαιολογημένα εν μέρει: αναφέρονται λ.χ. οδοντόφρακτα κράνη, ορθογώνιες ασπίδες, πολεμικά άρματα συρόμενα από 2 άλογα, ανάκτορα - πράγματα που έχουν βρεθεί στο αρχαιολογικό υπόβαθρο της Ύστερης Εποχής του Χαλκού. Γίνονται αναφορές σε καύσεις νεκρών και Φοίνικες ναυτικούς - εμφανίζονται στο αρχαιολογικό context της Πρώϊμης Εποχής του Σιδήρου. Η πολύτομη σειρά "Archaeologia Homerica" σε επιμέλεια των F. Matz - H.-G. Buchholz είναι ενας εξαιρετικός οδηγός πλοήγησης και κατανόησης του πως τα ομηρικά κείμενα αντικατοπτρίζουν το αρχαιολογικό πλαίσιο.
Ο Σλήμαν είχε περιοδεύσει στα 1868 στην Μικρά Ασία και την Ελλάδα ψάχνοντας αποδείξεις για την ιστορικότητα των επών. Το επόμενο χρόνο κατέθεσε τις εντυπώσεις και έρευνες από το ταξίδι του υπό τον τίτλο "Ithaka, der Peloponnes und Troia" ως διατριβή στο πανεπιστήμιο του Rostock, το οποίο είναι σχετικά κοντά στην γενέτειρά του. Τον ίδιο χρόνο απέκτησε το διδακτορικό του από το πανεπιστήμιο, παντρεύτηκε την Ελληνίδα Σοφία Εγκαστρωμένου και στα 1870 ξεκίνησε την ανασκαφή του στον λόφο του Χισαρλίκ, όπου και πίστευε οτι θα βρεί την ομηρική Τροία.
Μολονότι πιστεύεται από την πλειονότητα του ακαδημαϊκού κόσμου οτι η πόλη (ή ποιό ορθά: οι στρώσεις 9 πόλεων από την Πρώϊμη Εποχή του Χαλκού) που βρέθηκε στο Χισαρλίκ θα πρέπει να ταυτίζεται με την Τροία, υπάρχουν εντούτοις ακόμα και στην σημερινή εποχή φωνές που ισχυρίζονται το αντίθετο. Μια εξ αυτών προέρχεται από τον αείμνηστο νομικό - συγγραφέα Βαγγέλη Πανταζή. Στο βιβλίο του "Όμηρος και Τροία" (εκδ. Καρδαμίτσα, Αθήνα 2006) ο συγγραφέας ισχυρίζεται οτι η Τροία που περιγράφει ο Όμηρος βρίσκεται περί τα 8 χλμ. ΝΑ του Χισαρλίκ.
Παρόμοια είναι και η περίπτωση του εντοπισμού της ομηρικής Ιθάκης και του ανακτόρου του Οδυσσέα. Ο Σλήμαν προσπάθησε ανεπιτυχώς να ανακαλύψει κάποιο ανάκτορο όταν πήγε στην Ιθάκη το 1868. Στα βόρεια του νησιού όμως έχουν εντοπιστεί λιγοστές σημαντικές θέσεις. Μια από αυτές είναι ενα σπήλαιο, το οποίο είχε χαρακτήρα ηρώου/ ιερού και στο οποίο βρεθήκαν κεραμική από την Εποχή του Χαλκού εως και τους ρωμαϊκούς χρόνους, ντόπια και εισηγμένη, ειδώλια, χάλκινα, λύχνοι, τρίποδες, νομίσματα, κοσμήματα κτλ. (βλ. M. Deoudi, Ithake: die Polis-Höhle, Odysseus und die Nymphen. Εκδ. University Studio Press, Θεσ/κη 2008).
Μια άλλη θέση είναι η λεγόμενη "Σχολή Ομήρου", την οποία ανέσκαπτε επί πολλά χρόνια το ζεύγος Παπαδόπουλου, αρχαιολόγοι καθηγητές του παν/μιου Ιωαννίνων. Η ανασκαφή συνεχίζεται υπό την διεύθυνση του Γιάννου Λώλου, καθηγητή στο ίδιο παν/μιο, σε συνεργασία με την Χριστίνα Μαραμπέα, αρχαιολόγο του ιδίου παν/μιου. Το ζεύγος Παπαδόπουλου θεωρούσε οτι βρήκε το ανάκτορο του Οδυσσέα. Οι νέοι ανασκαφείς θεωρούν οτι βρήκαν ιερό, το "Οδύσειον". Και ενα σχετικά εκτεταμένο κτηριακό σύμπλεγμα. Οι Λώλος - Μαραμπέα αποφεύγουν να κατατάξουν την κτηριακή εγκατάσταση των μυκηναϊκών χρόνων στα ανάκτορα. Θεωρούν πάντως πως, όπως και στην περίπτωση της σπηλιάς, έτσι και εδω υπάρχει ενας χώρος λατρείας προς τον Οδυσσέα από τους κλασικούς χρόνους και μετά. Σε αυτό συνηγορεί και η ανακάλυψη 3 πήλινων θραυσμάτων με αναγραφή του ονόματος του πλέον φημισμένου ομηρικού ήρωα.
Φυσικά και σε αυτήν την περίπτωση υπάρχουν και άλλες γνώμες, οι οποίες θεωρούν οτι ο Όμηρος δεν περιγράφει στο έπος του την γνωστή Ιθάκη, αλλά την Κεφαλονιά. Η Κεφαλονιά, μεγάλο, εύφορο και πεδινό νησί, βρίσκεται δυτικότερα της Ιθάκης. Στην Κεφαλονιά δεν έχει εντοπιστεί μυκηναϊκό ανάκτορο, αλλά υπάρχουν 6-7 θολωτοί τάφοι στο εσωτερικό του νησιού.
Μια τρίτη υπόθεση εντοπισμού της ομηρικής Ιθάκης, προτείνει την Λευκάδα. Εισηγητής αυτής υπήρε ο μακροχρόνιος συνεργάτης του Σλήμαν, ο αρχιτέκτων Wilhelm Dörpfeld. Στις αρχές του 20ου αι., ο Dörpfeld ανασκάπτει στην θέση Στενό, στο Νυδρί Λευκάδας. Αντίς ανακτόρου, ανακαλύπτει 33 τύμβους, εκ των οποίων οι 2 έχουν διάμετρο 9,20 μ. ο ενας (R1) και 9,60 μ. ο άλλος (R26). Οι τύμβοι αυτοί χρονολογούνται στην Πρωτοελλαδική 2 (2700 - 2300 π. Χ.) [βλ. I. Kilian-Dirlmeier, Die bronzezeitlichen Gräber bei Nidri auf Leukas. RGZM-M 62 (Mainz 2005) VII, 1, 135. Σελ. 3 εικ. 2, σελ. 6 εικ. 3] και είναι πλούσιοι σε κτερίσματα. Σύμφωνα με την Kilian-Dirlmeier (2005, σελ. 155-164) το νησί βρισκόταν στο μεταίχμιο μεταξύ δυτ. Βαλκανίων και Αδριατικής, δεχόμενο έξωθεν επηρροές. 2 χλμ. ΒΔ από το Στενό, στους πρόποδες του όρους Σκάρος και συγκεκριμένα στην νότια παρειά, ο Dörpfeld ανακαλύπτει εναν ταφικό κύκλο της Μεσοελλαδικής Εποχής (2000 - 1600 π. Χ.) με πέτρινο περίβολο διαμέτρου 12,10 μ. Εντός του περιβόλου υπήρχαν 14 ορθογώνιοι κιβωτιόσχημοι τάφοι. 2 εξ αυτών(S4, S8) περιείχαν εργαλεία και λίθινες αιχμές βελών (Kilian-Dirlmeier 2005, σελ. 47-54, 70-71, σελ. 48 εικ. 51, σελ. 148 εικ. 99).













