Dienstag, 26. Mai 2026

ΣΦΡΑΓΙΔΟΛΙΘΟΙ ΣΤΗΝ ΜΕΣΟΓΕΙΟ ΚΑΙ ΣΤΗΝ ΕΓΓΥΣ ΑΝΑΤΟΛΗ.

 Η μετάβαση από την Εποχή του Λίθου στην Εποχή του Χαλκού πρέπει να έγινε τμηματικά και να εξαπλώθηκε σταδιακά. Ο λόγος γίνεται για την φερόμενη ως "Νεολιθική Επανάσταση" και την θεωρούμενη ως "κοιτίδα" αυτής την Εγγύς Ανατολή και την "εύφορη ημισέλινο" της 9ης-7ης χιλ. π.Χ. Χρονολογικά ωστόσο σε εκείνες τις περιοχές, στους άξονες Göbekli Tepe - Nevali Cori - Catal Höyück - Jericho - Halaf - Ubaid - Hassuna - Uruk εμφανίζονται οι πρώτες ενδείξεις πρωτο-αστικών (proto-urban) κέντρων και κοινωνιών. Αυτές οι πρωτο-αστικές κοινωνίες, οι οποίες σηματοδοτούν την εξέλιξη των πολιτισμών, εμφανίζουν συγκεκριμένα χαρακτηριστικά, τα οποία και αντιπροσωπεύουν τους πολιτισμούς της Εποχής του Χαλκού:

Πρόκειται για προ-νομισματικές (pre-monetary) και πολυθεϊστικές κοινωνίες, οργανωμένες σε μεγάλες, οχυρωμένες πόλεις. Υπάρχουν: κεντρικό διοικητικό σύστημα, οργάνωση, νομοθεσία, καλλιέργεια γής, κτηνοτροφία άρδευση, χρήση εξημερωμένων ζώων, επαγγελματική εξειδίκευση (τεχνίτες). Η μεταλλουργία και η κεραμεική αναπτύσσονται. Και υπάρχει και το εμπόριο. Εμφανίζονται και διάφορα συστήματα γραφής: σφηνοειδής στην Μεσοποταμία, ιερογλυφική στην Αίγυπτο, Γραμμική Α και Β στο Αιγαίο. Η χρήση των συστημάτων αυτών προϋποθέτει την ύπαρξη και εξάπλωση εξειδικευμένων γραφέων. Πιθανόν να εφευρέθηκαν τα συστήματα αυτά γραφής ως μέσα καταγραφής της πλυμμηρίδας και της άμπωτης στους μεγάλους ποταμούς (Τίγρης - Ευφράτης - Νείλος - Ινδός), αλλά και των πανσέληνων και εκλείψεων ηλίου - σελήνης, ώστε να προσλαμβάνονται καταστροφές στην γεωργία. Στην πορεία, οι γραφές  εξελίχθηκαν κι αυτές: χάρις σε αυτές καταγράφονταν εμπορικές δοσολογίες, προϊόντα, νόμοι, αλλά και λογοτεχνία. 

Η χρήση σφραγίδων προηγείται κατά ελάχιστον της γραφής, αλλά από κάποιο σημείο και πέρα έγινε αλληλένδετη μαζί της. Οι σφραγίδες και τα σφραγίσματα χρησιμοποιούνταν για αποδείξουν την ιδιοκτησία του αντικειμένου. Βρίσκονται συχνά σε αγγεία μεταφοράς.  

Εικ. 1: Σφραγιδόλιθοι από Μοχέντζο Ντάρο (πολιτισμός Χαράππα)

 
Εικ. 2: Σφραγιδόλιθοι από Λέρνα Αργολίδας, Οικία των Κεράμων

Σφραγιδόλιθοι της Πρώϊμης Εποχής του Χαλκού (εικ. 1-2), όπως π.χ. εκείνοι του πολιτισμού της κοιλάδας του Ινδού (Mohenjo Daro, Harappa), της Μεσοποταμίας (Halaf, Hassuna, Ubaid), αλλά και της Λέρνας στην Αργολίδα, είναι διακοσμημένοι με αφαιρετικά, γεωμετρικά μοτίβα. Θεωρείται οτι είχαν διοικητική χρήση, διότι συνδέονται με τις συνθήκες και τα αντικείμενα με τα οποία βρεθήκαν in situ. Οι αρχαιότεροι σφραγιδόλιθοι προέρχονται από τους προαναφερόμενους πολιτισμούς Halaf, Hassuna, Ubaid και χρονολογούνται στην 6η χιλ. π.Χ. Οι σφραγιδόλιθοι της Λέρνας και της κοιλάδας του Ινδού προέρχονται από την 4η χιλ. π.Χ.

Εικ. 3-4: κυλινδρικοί σφραγιδόλιθοι από Μεσοποταμία


Εικ. 5-6: σφραγίδες από Συροπαλαιστίνη

Κατά την 3η χιλ. π.Χ. εμφανίζεται και χρησιμοποιείται στην Μεσοποταμία ενας επιπλέον τύπος σφραγιδόλιθου, ο κυλινδρικός σφραγιδόλιθος (εικ. 3-4). Το πλεονέκτημα του κυλινδρικού σφραγιδόλιθου είναι, οτι προσφέρει περισσότερο χώρο στην επιφάνειά του για εγχάραξη συμβόλων. Απλώνοντας τον σε μια μαλακή πήλινη επιφάνεια, μπορεί κανείς να αναγνώσει σύντομο κείμενο σε σφηνοειδή γραφή και να δεί εντυπωσιακές παραστάσεις. Τα μοτίβα απεικονίζουν συνήθως υποδοχή βασιλέων έναντι θεών, μυθικά όντα, παραστάσεις τελετουργικού χαρακτήρα, κυνήγι.
Εικ. 7: αιγυπτιακός σκαραβαίος Αμενώφη Γ΄ από Ιαλυσό Ρόδου

Εικ. 8: αιγυπτιακός σκαραβαίος Βόχωρι από Ίσχια/ Πιθηκούσες Ιταλίας

Στην Αίγυπτο, οι σφραγιδόλιθοι έχουν την μορφή σκαραβαίων (εικ. 7-8), στην επίπεδη επιφάνεια των οποίων υπάρχουν εγχάρακτες οι βασιλικές δέλτοι (kartushe) του εκάστοτε φαραώ. Επίσης, όπως αντίστοιχα στα μεγάλα ανάγλυφα των αιγυπτιακών ναών και στις τοιχογραφίες των τάφων, απεικονίζονται συχνά οι φαραώ, είτε να κυνηγούν θηρία, είτε να πολεμούν εχθρούς. Τόσο οι σκαραβαίοι, όσο και οι κυλινδρικοί σφραγιδόλιθοι, έγιναν δημοφιλείς στην Εγγύς Ανατολή, σε σημείο που τοπικά εργαστήρια στην Συροπαλαιστίνη (εικ. 5-6), αλλά και στην Ανατολία, να τους υιοθετήσουν και να παράγουν δικούς τους, με παραπλήσια μοτίβα. Και φυσικά εξυπακούεται οτι, με την ανάπτυξη του εμπορίου, τα αντικείμενα αυτά διαδοθήκαν σχεδόν σε όλην την ανατολική Μεσόγειο. Τα δε μοτίβα, με θεούς, ηγεμόνες, ιερείς, μυθικά πλάσματα, κυνήγια και τα συναφή, περνούσαν σαν στιλιζαρισμένες κόπιες από πολιτισμό σε πολιτισμό: τα βρίσκουμε, σχεδόν πανομοιότυπα, από τους Σουμέριους, τους Ακκάδιους, τους Βαβυλώνιους, τους Γουταίους, τους Κασσίτες, τους Μιτάννι, μέχρι τους Ασσυρίους, τους Χετταίους και τους Πέρσες.


Εικ. 9-10: μινωϊκοί και μυκηναϊκοί σφραγιδόλιθοι

Στον Αιγαιακό χώρο, στους μινωϊκό και μυκηναϊκό πολιτισμό (εικ. 9-10), παρατηρούμε πλούσια ποικιλία μοτίβων και σχημάτων (π.χ. στρογγυλοί, αμυγδαλόσχημοι, ρομβοειδείς) σε σφραγιδόλιθους. Δυστυχώς οι αιγαιακές γραφές πλην Γραμμικής Β, αντίθετα με τις μεσοποταμιακές και την αιγυπτιακή γραφή, δεν έχουν αποκρυπτογραφηθεί ακόμα. Ακόμα όμως και η Γραμμική Β, δεν μας προσφέρει παρά καταλόγους με καταγραφές αντικειμένων, πρώτων υλών, ζώων. Δεν έχουμε λογοτεχνικά κείμενα. Γνωρίζουμε κάποια ονόματα θεοτήτων, τα οποία έχουν επιβιώσει στους ιστορικούς χρόνους, αλλά δεν έχουμε ενδείξεις, ούτε καν εικονογραφικές, περί Μινωϊτών και Μυκηναίων ηγεμόνων. Πάρα ταύτα, το θεματικό ρεπερτόριο των αιγαιακών σφραγίδων δεν περιορίζεται μόνο στην αποθέωση των εκάστοτε φαραώ και βασιλέων, όπως προστάζουν τα πρότυπα από την Εγγύς Ανατολή, αλλά περιλαμβάνει φυτικά τοπία, ζώα, τελετουργικά δρώμενα, καθημερινές σκηνές, πομπές, αθλήματα, πολεμικές και κυνηγετικές σκηνές, αρματοδρομίες, πλοία. Πιθανόν να παρουσιάζονται και μυθολογικές σκηνές. Μυθικά όντα, δάνεια από τους πολιτισμούς της Ανατολής, όπως ο γρύπας και ο μινωϊκός "δαίμων" (η αιγυπτιακή Taurt/ Tawaret) είναι ωστόσο παρόντα. 

Οι σφραγίδες, μεσοποταμιακές, αιγυπτιακές, αιγαιακές, είτε μικρά πλακίδια, είτε σφραγιδόλιθοι, είτε σκαραβαίοι, είτε αμυγδαλόσχημοι, λόγω της χρήσης τους, αντανακλούν την εξουσία που πηγάζει από τον ιδιοκτήτη τους, είτε αυτός είναι έμπορος, είτε ιερέας. Είτε βασιλιάς, είτε διοικητικός υπάλληλος. Κατασκευάζονταν δε από ξύλο, από ελεφαντόδοντο, από οστό, από φαγεντιανή. Φυσικά δε και από μέταλλα, όπως χρυσό, άργυρο, χαλκό. Και από πολύτιμους λίθους. Μαλακά ορυκτά σε σκούρα χρώματα (εικ. 10), όπως σερπατίνα (σκούρο μπλε, μαύρο), στεατίτη (μαύρο), και σκληρά ορυκτά, πιο ανοιχόχρωμα (εικ. 9), όπως αιματίτη (σκούρο μπλε και πράσινο), ίασπη (σκούρο πράσινο), αχάτη (λευκό και κόκκινο νεφελώδες), καρνεόλη (σκούρο κόκκινο, καστανοκόκκινο), αμέθυστο (πορφυρό, βιολετί νεφελώδες), χαλκηδόνα (λευκό, γαλάζιο νεφελώδες), σαρδόνυχα (καστανό), lapis lazuli (αιγυπτιακό μπλε), lapis lacedaemonius (σκούρο πράσινο προς λαδί). Αυτή η ποικιλία χρωμάτων είναι εντυπωσιακή. Και πιθανόν να σημαίνει οτι οι τότε τεχνίτες, αλλά και οι κάτοχοι τέτοιων χρωματιστών σφραγιδόλιθων ίσως τους χρησιμοποιούσαν όχι μόνο ως σύμβολα ιδιοκτησίας και εξουσίας, αλλά και ως φυλακτά (δεισιδαιμονίες και άλλες θρησευτικές πρακτικές), και για καλλωπιστικούς λόγους - δεν παύουν άλλωστε να έχουν αξία ως κοσμήματα  [βλ. για αυτό: E. Stamatatou, Gemstones in Mycenaean Greece: Their Use and Significance. BAR-IS 1230 (Oxford 2004) σελ. 47, σελ. 57-59].


ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ:

M. Ameri et al. (eds.)  Seals and Sealing in the Ancient World: Case Studies from the Near East, Egypt, the Aegean, and South Asia (Cambridge 2018)

M. Bietak (Ed.) Scarabs of the 2nd Mill. BC from Egypt, Nubia, Crete and the Levant (Vienna 2004)

D. Collon, First Impressions. Cylinder Seals in the Ancient Near East (2005) 

 J. L. Crowley, The Iconography of Aegean Seals. Aegaeum 34 (Leuven 2013)

 J. L. Crowley, IKON. Art and Meaning in Aegean Seal Images (Heidelberg 2024)

Chr. Herrmann, Ägyptische Amulette aus Palästina/ Israel. 3 vols. (OBO 22, 24, 38)

O. Keel, Corpus der Stempelsiegel-Amulette aus Palästina/ Israel. 5 vols. (OBO 10, 1995, OBO 13, 29, 31, 33, 1997-2013)

E. Klengel-Brandt (Ed.) Mit Sieben Siegeln versehen. Das Siegel in der Wirtschaft und Kultur des Alten Orients (1997)  

 O. Krzyszkowska, Aegean Seals: An Introduction. BICS Suppl. 85 (London 2005)

S. Schroer, Die Ikonographie Palästinas/ Israels und der Alte Orient. 4 vols. (2005-2015)

B. Teissier, Egyptian Iconography on Syro-Palestinian Cylinder Seals of the Middle Bronze Age. OBO 11 (1996) 

 

ΙΣΤΟΣΕΛΙΔΕΣ:

 CMS: Corpus der Minoischen und Mykenischen Siegel = https://www.uni-heidelberg.de/fakultaeten/philosophie/zaw/cms/index.html

CSSSL: Corpus of Stamp Seals from the Southern Levant = https://levantineseals.org/

 KISIB: Digital Corpus of Ancient West Asian Seals and Sealings = https://project.kishib.org/

Ancient Near Eastern Seals and Sealing Practices = https://en.wikipedia.org/wiki/Ancient_Near_Eastern_seals_and_sealing_practices

Montag, 18. Mai 2026

Black &´Red lustrus/ glazed/ polished/ slip Wares in the ancient Mediterranean.

 Ο κλασικός ορισμός της αρχαιολογίας την χαρακτηρίζει ως την επιστήμη, η οποία ερευνά τους ανθρώπινους πολιτισμούς βάση των υλικών καταλοίπων τους. Η αγγειοπλαστική και η αγγειογραφία συγκαταλέγονται στους βασικούς τομείς των υλικών αυτών καταλοίπων, οι οποίοι μελετούνται ευρέως από τους ειδικούς. Ο ρόλος των αγγείων είναι ιδιαίτερα σημαντικός, καθώς σχήματα και μοτίβα συμβάλλουν όχι μόνον στην χρονολόγηση των, αλλά και στην χρονολόγηση άλλων μνημείων (π.χ. τάφων, ναών, οικιών, δημοσίων κτηρίων).

Υπάρχουν αγγεία από διαφορετικά υλικά, όπως λίθος, μάρμαρο, μέταλλο, αλλά στο παρών κείμενο θα επικεντρωθούμε στα πήλινα αγγεία. Η αγγειοπλαστική από πηλό ονομάζεται κεραμεική. 

Μεθοδολογικά θα μπορούσαμε να ιεραρχήσουμε την κεραμεική στα ακόλουθα κριτήρια:

(1) Πρωτογενή κριτήρια:

(α) Τεχνική: χειροποίητη - τροχήλατη κεραμεική

(β) Μορφή: ανοικτά αγγεία (αγγεία δηλαδή, το χείλος των οποίων είναι ίσο ή μεγαλύτερο από την βάση τους) - κλειστά αγγεία (αγγεία στα οποία το χείλος είναι μικρότερο από την βάση τους)

(γ) Προέλευση: εισηγμένα - ντόπια κατασκευασμένα αγγεία

(δ) Διακόσμηση: απλά, αδιακόσμητα αγγεία - εικονόγραπτη, εγχάρακτη, ανάγλυφη κεραμεική

(ε) Ποιοτικά κριτήρια: εκλεπτυσμένη, πολυτελής κεραμεική (luxury pottery) - απλή, λιτή κεραμεική 

 

(2) Δευτερεύοντα κριτήρια:

(α) Χρώμα: χρώμα πηλού, επίχρωση, επικάλυψη

(β) Πάχος: αγγεία με λεπτά, μεσαίου τύπου, παχιά τοιχώματα

(γ) Τύπος πηλού: καθαρός, με πρόσμιξη χαλικιών, τραχύς

(δ) Επιφάνεια αγγείου: τραχιά, στιλπνή, βερνικωμένη, ανάγλυφη, επιχρωματισμένη, εγχάρακτη  

 

(3) Τριτογενή κριτήρια:

 (α) Είδη/ Τύποι αγγείων:  (π.χ. για ελληνική κεραμεική): αμφορείς, κρατήρες, κύλικες, σκύφοι κτλ. - υποκατηγορίες; ψευδόστομοι/ παναθηναϊκοί/ οξυπύθμενοι αμφορείς, κιονωτοί/ ελικωτοί/ καλυκόσχημοι κρατήρες κτλ.

(β) Χρήση (κυρίως για αγγεία 6ου - 4ου αι. π.Χ.): (i) οικιακή χρήση: αγγεία βρώσης (π.χ. πιάτα, μπώλ), αγγεία πόσης (π.χ. κύπελλα, κάνθαροι, κύλικες), αγγεία αποθήκευσης (π.χ. αμφορείς, πίθοι, στάμνες, πυξίδες), αγγεία μίξης (π.χ. κρατήρες, ψύκτες), αγγεία έγχυσης/ σερβιρίσματος (π.χ. υδρίες, οινοχόοι, ρυτά), μαγειρικά σκεύη (π.χ. χύτρες), αγγεία φώτησης (λύχνοι) - (ii) αγγεία συνδεδεμένα με λατρευτικές πρακτικές και τελετουργίες: σε εορτές (π.χ. λέβητες, λουτροφόροι), σε ιερά (π.χ. αγγεία μινιατούρες, λύχνοι, ομφαλοί, ρυτά), ως ταφικά κτερίσματα (π.χ. τεφροδόχοι, αμφορείς, λέκυθοι, λύχνοι) - (iii) αγγεία για εμπορική χρήση (π.χ. αμφορείς)  - (iv) αγγεία καλλωπισμού (π.χ. αρύβαλλοι, αλάβαστρα) 


 Ειδικά στην κεραμεική του αρχαίου μεσογειακού κόσμου απαντούμε συχνά αγγεία σε μελανό (μαύρο) και ερυθρό (κόκκινο) χρώμα. Αυτό οφείλεται στην διαδικασία ψησίματος των πήλινων αγγείων σε ειδικούς φούρνους (βλ. εικ. 2 εντ.). Αναλόγως παραγόντων, όπως η περιεκτικότητα του πηλού σε σίδηρο, η θερμοκρασία ψησίματος, το πάχος του αγγείου, ο χρόνος παραμονής του αγγείου στον φούρνο, το πόσο οξυγόνο θα εισχωρήσει στον φούρνο, το αγγείο θα προκύψει κόκκινο ή μαύρο. Εαν π.χ. ενα αγγείο έχει παχύ τοίχωμα, τότε αυτό "απορροφάει" περισσότερο οξυγόνο. Με περισότερο οξυγόνο και θερμοκρασία μέχρι 800 βαθμούς Κελσίου στον φούρνο, το αγγείο θα προκύψει κόκκινο. Με θερμοκρασία εως 940 βαθμούς Κελσίου και λιγότερο οξυγόνο (κλειστός φούρνος), το αγγείο θα προκύψει μαύρο. Εξυπακούεται οτι προηγείται μακρά φάση πειραματισμών και λαθών μέχρι να φτάσει ο κεραμοποιός στο επιθυμητό αποτέλεσμα.




Γνωρίζουμε οτι η τροχήλατη κεραμεική εισήχθει στον ελλαδικό χώρο κατά την Πρώϊμη Εποχή του Χαλκού. Γνωρίζουμε επίσης οτι από το 600 π.Χ. περίπου, οι Έλληνες κεραμοποιοί δημιουργήσαν τον μελανόμορφο ρυθμό, σύμφωνα με τον οποίο, ανθρώπινες, μυθολογικές μορφές, και μορφές ζώων ζωγραφίζονταν με μαύρο χρώμα επί της κόκκινης επιφάνειας του αγγείου. Λιγότερο από εναν αιώνα αργότερα, εμφανίστηκε ο ερυθρόμορφος ρυθμός, ο οποίος είναι το αντίστροφο του μελανόμορφου: στον ερυθρόμορφο επιχρωματίζεται με μαύρο χρώμα το περίγραμμα των μορφών, οι οποίες φέρουν το κόκκινο της επιφάνειας του αγγείου. Πρωτοπόρος και στις δυο τεχνικές υπήρξε η πόλις των Αθηνών, η οποία ειδικά κατά τον 5ο αι. π.Χ. διέθετε, όχι μόνο πληθώρα φιλοσοφικών σχολών, αλλά και εργαστηρίων αγγειοπλαστικής και αγγειογραφίας (βλ. εικ. 3 εντ.). Τα εργαστήρια αυτά, τα οποία βρισκόνταν κυρίως στην περιοχή του Κεραμεικού, στην οποία δώσαν και το όνομά της, παρήγαγαν αγγεία υψηλής ποιότητας, τα οποία εξάγονταν. Διόλου τυχαίο, οτι τα αρτιότερα δείγματα μελανόμορφης και ερυθρόμορφης εικονόγραπτης κεραμεικής (π.χ. αγγείο Φρανσουά, κρατήρας Εφρονίου) βρεθήκαν σε ετρουσκικούς τάφους στην Ιταλία. Και φυσικά επίσης δεν είναι τυχαίο, οτι και άλλες περιοχές μιμηθήκαν το παράδειγμα των Αθηνών, όπως π.χ. η Βοιωτία, το Άργος, η Λακωνία, η Χαλκίδα - αν και ποιοτικά δεν καταφέραν δυστυχώς να φτάσουν την Αθήνα.

 Μια σειρά από γεγονότα οικονομικού, κοινωνικού, πολιτικού χαρακτήρα όμως, καταλύτης των οποίων φέρεται να υπήρξε ο Πελοποννησιακός πόλεμος (431-404 π.Χ.), οδήγησε στην παρακμή των αθηναϊκών εργαστηρίων. Η εικονόγραπτη κεραμεική έπεσε ποιοτικά και εγκαταλείφθηκε. Σε κάποιες περιοχές της Κάτω Ιταλίας (π.χ. Απουλία, Καμπανία) συνέχισε κατά τον 4ο αι. π.Χ. η ντόπια παραγωγή. Νέοι τύποι αγγείων, όπως της Γνάθιας εμφανιστήκαν. Ο κανόνας ωστόσο ήταν η χρήση στιλπών, μελαμβαφών αγγείων με λεία, λαμπερή, βερνικωμένη επιφάνεια (συγκρ. εικ. 4-5 εντ.), όπως π.χ. της δυτικής Κλιτύος της Ακροπόλεως. Τέτοιου είδους αγγεία μιμούνταν ουσιαστικά μεταλλικά πρότυπα. Υπήρχαν δε από το 600 π.Χ. - τα λακωνικά εργαστήρια παρήγαγαν τέτοια τέχνεργα, αλλά δεν ήσαν τόσο δημοφιλή, όσο τα μελανόμορφα και ερυθρόμορφα αγγεία. Και στην Ετρουρία υπήρχαν αντίστοιχα αγγεία, στις λεγόμενες τεχνικές Bucchero και Impasto. Κατά την ελληνιστική περίοδο, εμφανιστήκαν στην Ιταλία και τα κεραμικά τύπου Campana A, B και C. Η παρακμή ειδικά του ερυθρόμορφου ρυθμού, οδήγησε στην ακμή των μελαμβαφών αυτών αγγείων, τα οποία θεωρούνταν πλέον ως αγγεία πολυτελείας. Τα κεραμεικά αυτά είχαν λιτή, αλλά μεστή διακόσμηση από γιρλάντες και ρόδακες, είτε περιμετρικά τους χείλους, είτε μικρά ένθετα ανάγλυφα στο εσωτερικό ή και στην βάση τους. Τα μοτίβα ήσαν συνήθως φυτικά και διονυσιακά.



Σχεδόν παράλληλα με την αναγέννηση των μελαμβαφών αγγείων, εμφανίστηκαν και τα ερυθρά επιγυαλισμένα αγγεία (συγκρ. εικ. 7-9 εντ.), αν και π.χ. στην Κύπρο, ενας τέτοιος τύπος αγγείων (όπως και στιλπνά μελανά κεραμεικά) προηγούνταν χρονικά κατά πολύ της ελληνιστικής εποχής (εικ. 7). Μελανή και ερυθρά στιλπνή κεραμεική κατά την ελληνιστική εποχή, μπορούσε να ήταν διακοσμημένη με μικρά ανάγλυφα. Στον ελλαδικό χώρο είναι ιδιαίτερα γνωστοί οι λεγόμενοι μεγαρικοί σκύφοι. Υποκατηγορία των σκύφων με ανάγλυφες διακοσμήσεις είναι οι σκύφοι με θεματική από τα ομηρικά έπη. Αποκαλούνται δε ομηρικοί σκύφοι. Η Πέργαμος ανέπτυξε την δική της κεραμική παραγωγή τέτοιων ανάγλυφων στιλπνών αγγείων, ενώ στην κεντρική και δυτική Μεσόγειο, εμφανίστηκε από την εποχή της Ρωμαϊκής Δημοκρατίας η αντίστοιχη κεραμεική Terra Nigra - παράλληλα περίπου με τα Campana wares που συνεχίζαν να παράγονται. Η κατεξοχήν όμως κεραμική πολυτελείας της Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας υπήρξε η Terra Sigilata (TS - εικ. 8-9). Τα γνωστότερα εργαστήρια παραγωγής της είναι στο Arezzo της Ιταλίας και στην ρωμαϊκή επαρχία της Γαλατίας. Οι TS Aretina και Gallica θεωρούνται τα ποιοτικότερα δείγματα του είδους: η επιφάνειά τους είναι λεία, γυαλιστερή, με βαθύ σκούρο κεραμιδί χρώμα. Τα αγγεία παραγωγής, όπως μπώλ και πιάτα, φέρουν - όπως και τα αντίστοιχα μελαμβαφή - λεπτή διακόσμηση με φυτά και γιρλάντες κυρίως στην περίμετρο του χείλους. Μερικές φορές έχουν ανάγλυφο εντός του κέντρου. Κατά την ύστερη αρχαιότητα, μετά τον 2ο αι. μ.Χ., ανθεί ειδικά η TS Africana, προερχόμενη από τις αφρικανικές επαρχίες της Ρώμης. Η κατηγορία αυτή είναι κεραμιδί προς πορτοκαλί χρώματος (εικ. 9). Με τον τύπο της TS ολοκληρώνεται η ομοιογένεια στο Imperium Romanum μέχρι και την παρακμή της αυτοκρατορίας.

Κάνοντας μια συνοπτική ανακεφαλαίωση, ο σκοπός του παρόντος κειμένου ήταν να αποδειχτεί οτι από την ύστερη κλασική/ πρώϊμη ελληνιστική εποχή (4ος αι. π.Χ.) και μετά (ως τον 3ο αι. μ.Χ. περίπου), η στιλπνή μελαμβαφής και ερυθρά κεραμεική κυριαρχούν σε ποικίλες υποκατηγορίες και σχεδόν παράλληλα, τόσο στην ανατολική (μεγαρικοί σκύφοι, κεραμεική Περγάμου, δυτικής Κλιτύος Ακροπόλεως), όσο και στην κεντρική και δυτική Μεσόγειο (Campana A-C, Terra Nigra, Terra Sigilata). Αυτή η σύνδεση δεν γίνεται συχνά και φυσικά δεν είναι τυχαία. Κρίμα είναι που δεν υπάρχουν συγκριτικές μελέτες και πρακτικά συνεδρίων που θα μπορούσαν να ερευνήσουν το εν λόγω θέμα σε βάθος.    

Παρεπιπτόντως, όταν χρησιμοποιούνται οι όροι red- and black-slip (ή furnished, ή lustrus - στα γερμανικά rot- und schwarz-firniss) wares, εννοείται οτι πρόκειται για αγγεία με βερνικωμένη επιφάνεια, ώστε να γυαλίζουν, να είναι λεία, και να θυμίζουν έτσι μεταλλικά αγγεία. Δόκιμοι είναι επίσης οι όροι back- and red glazed ή polished wares, όροι που δίνουν έμφαση στην στιλπνή, γυαλιστερή επιφάνεια των αγγείων αυτών. 

 

Προέλευση εικόνων: 

Εικ. 1: P. A. Mountjoy, Mycenaean Pottery: An Introduction (Oxford 2001)

Εικ. 2: Informationsblätter des Landesmuseums Stuttgart 1998

Εικ. 3: Der Neue Pauly  

Εικ. 4-7: www.carc.ox.ac.uk (Beazley Archive)

Εικ. 8-9: www.antike-tischkultur.de