Dienstag, 8. September 2026

"Der alte Fritz" - or: Indexes, Reports and Gazetteers of Objects and Sites in Pre- and Protohistoric Greece.

 Στην Α΄ Ενότητα του σεμιναρίου του ΚΔΒΜ Τσαούση αναφορικά με τις "σκοτεινές πτυχές της αρχαιολογίας", αναφέρονται μεταξύ άλλων και τα είδη των αρχαιολογικών δημοσιεύσεων. Μια υποκατηγορία αυτών είναι τα ετήσια πρακτικά καταλογογράφησης αρχαιολογικών θέσεων και αντικειμένων. Αυτού του είδους τα πρακτικά (αγγλ.: Reports, Indexes, Gazetteers, γερμ.: Forschungsberichte, Fund- und Stellen-Inventare) - μια σύνοψη ουσιαστικά των αρχαιολογικών δεδομένων - μπορούν να αποτελούν την ραχοκοκαλιά διατριβών. Μπορούν όμως να δημοσιεύονται και αυτόνομα, σε επιστημονικά περιοδικά. Υπάρχει π.χ. η σειρά "Archaeological Reports" στην αγγλική γλώσσα, η οποία εκδίδεται υπό την αιγίδα της BSA (British School of Athens) και συνήθως - όσον αφορά τα της ελληνικής αρχαιολογίας - είναι διαρθρωμένη σε περιοχές/ νομούς, χρονολογικές περιόδους και τομείς.

 Πρωτοπόρος στην υποκατηγορία αυτή υπήρξε η γερμανόγλωσση έρευνα. Θα μπορούσε κάλλιστα κάποιος να ισχυριστεί, οτι ζωτικής σημασίας υπήρξε η συμβολή του ακριβοθώρητου Αυστριακού Fritz Schachermeyr σε αυτήν. Η αμφιλεγόμενη αυτή προσωπικότητα, η οποία συνήθιζε να γράφει περίπλοκες, μακροσκελείς προτάσεις ("καταργήθηκαν" πλέον αυτά στον γερμανικό γραπτό λόγο!), που επαίρονταν για τις γνώσεις της των αρχαίων γλωσσών (ιερογλυφικά, ακκαδικά, φυσικά αρχαία ελληνικά και λατινικά) και για την ποικιλία των ερευνών και ενδιαφερόντων της (ο Schachermeyr ήταν ιστορικός και φιλόλογος με κλασσική εκπαίδευση, αλλά ασχολήθηκε εντατικά και συστηματικά με την αρχαιολογία των πολιτισμών της Μεσογείου, ειδικά δε της 2ης χιλ. π. Χ.), υπήρξε ενεργό μέλος του εθνικοσοσιαλιστικού κόμματος και συνεργάτης/ υποστηρικτής των ναζιστικών ιδρυμάτων "Forschungsgemeinschaft Deutsches Ahnenerbe" και "Amt Rosenberg". Υποστήριξε με θέρμη τις θεωρίες επί μιας "ανωτέρας αρείας φυλής" (nordische/ arische Rasse) και πέρασε τον Β' ΠΠ μακρυά από τα πεδία των μαχών, εργαζόμενος σε υψηλές διοικητικές θέσεις στα πανεπιστημιακά ιδρύματα Ιένας (1931-136) και Χαϊδελβέργης (1936-1940). Μεταξύ 1941 και 1946 επέστρεψε στην Αυστρία ως Πρύτανης του πανεπιστημίου του Γκράτζ. Μετά τον πόλεμο, τοποθετήθηκε ως τακτικός καθηγητής στην έδρα Αρχαίας Ιστορίας του πανεπιστημίου της Βιέννης - θέση από την οποία δραστηριοποιήθηκε μεταξύ 1952 και 1970. Φυσικά εγκατέλειψε τις ναζιστικές θεωρίες και προφανώς πήρε άφεση αμαρτιών. Υπήρξε πολυγραφότατος και εισηγήθηκε στα 1971 την ίδρυση της "Mykenische Komission", την οποία αξιοποίησε εις το έπακρο, αφού μέσω αυτής δημοσίευσε τα σημαντικότερα έργα του. Σε αυτά συγκαταλέγεται η 5-τομη σειρά: 

 Die Ägäische Frühzeit. Forschungsbericht über die Ausgrabungen im letzten Jahrzehnt und über ihre Ergebnisse für unser Geschichtsbild. Verlag der österreichischen Akademie der Wissenschaften (Wien 1976–1982). 

  Η σειρά αυτή είναι το πλέον χαρακτηριστικό ("par excellence") παράδειγμα των προαναφερόμενων συνόψεων στην γερμανική γλώσσα, αποτελείται δε από τους ακόλουθους τόμους:

  • Τόμος 1: Die vormykenischen Perioden des griechischen Festlandes und der Kykladen (= Mykenische Studien Band 3 = Österreichische Akademie der Wissenschaften, Philosophisch-Historische Klasse. Sitzungsberichte. Band 303, Wien 1976) 
  • Τόμος 2: Die mykenische Zeit und die Gesittung von Thera (= Mykenische Studien. Band 4 = Österreichische Akademie der Wissenschaften, Philosophisch-Historische Klasse. Sitzungsberichte. Band 309, Wien 1976)
  • Τόμος 3: Kreta zur Zeit der Wanderungen. Vom Ausgang der minoischen Ära bis zur Dorisierung der Insel (= Mykenische Studien. Band 7 = Österreichische Akademie der Wissenschaften, Philosophisch-Historische Klasse. Sitzungsberichte. Band 355, Wien 1979)
  • Τόμος 4: Griechenland im Zeitalter der Wanderungen. Vom Ende der mykenischen Ära bis auf die Dorier (Wien 1980)
  • Τόμος 5: Die Levante im Zeitalter der Wanderungen. Vom 13. bis zum 11. Jahrhundert v. Chr. (Wien 1982)

   Να σημειωθεί εδώ, οτι η σειρά αυτή βασιζόταν στα πορίσματα των ακόλουθων έργων (μονογραφίες) παρόμοιου περιεχομένου του ιδίου συγγραφέα:

 Die ältesten Kulturen Griechenlands (Stuttgart 1955)

 Das ägäische Neolithikum. SIMA 6 (Lund 1964) 

 Die minoische Kultur des alten Kreta (Stuttgart 1964) [συγκρ. με: => Stefan Hiller, Das minoische Kreta nach den Ausgrabungen des letzten Jahrzehnts (Wien 1977)]

 Επίσης δε, στα ακόλουθα άρθρα του Schachermeyr:

Forschungsbericht über die Ausgrabungen und Neufunde zur Ägäischen Frühzeit 1957-1960, AA 1962, p. 105-382

μαζί με τους H. G. Buchholz - S. Alexiou - H. Hauptmann, Forschungsbericht über die Ausgrabungen und Neufunde zur Ägäischen Frühzeit 1961-1965 Part 1, AA 86.3, 1971, p. 295-419

 Forschungsbericht über die Ausgrabungen und Neufunde zur Ägäischen Frühzeit 1961-1965 Part 2, AA 89.1, 1974, p. 1-28

 Η 5-τομη σειρά συνοψίζει, όχι μόνο την προαναφερόμενη βιβλιογραφία του συγγραφέα, αλλά τα αρχαιολογικά δεδομένα των δεκαετιών 1950-1980. Και για αυτό και μόνο συστήνεται, ειδικά στους γνωρίζοντες την γερμανική γλώσσα, ώστε να μην χάνουν πολύτιμο χρόνο ξεφυλλίζοντας τόμους επί τόμων, όπως π.χ. του "Αρχαιολογικού Δελτίου" και των "Πρακτικών της εν Αθήναις Αρχαιολογικης Εταιρείας", χωρίς αυτό να σημαίνει οτι υποτιμάται ο ρόλος των επιστημονικών αυτών περιοδικών.  Εξυπακούεται οτι όλα αυτά τα έργα είναι εμπλουτισμένα με βιβλιογραφία και παραπομπές αυτής ως υποσημειώσεις.

 Παρόμοιας λογικής είναι και οι αγγλόγλωσσες δημοσιεύσεις του Richard Hope Simpson:

A Gazetteer and Atlas of Mycenaean Sites (1965) 

μαζί με τον O. T. P. K. Dickinson, A Gazetteer of Aegean Civilisation in the Bronze Age 1: The Mainland and the Islands (1979)

Mycenaean Greece (1982)

 Και φυσικά, στα ελληνικά, από τον Κωνσταντίνο Θ. Συριόπουλο:

Η Προϊστορία της Πελοποννήσου.  Βιβλ. της εν Αθήναις Αρχ. Εταιρείας 51 (1964)

Η Προϊστορία της Στερεάς Ελλάδος. Βιβλ. της εν Αθήναις Αρχ. Εταιρείας 61 (1968)

Οι μεταβατικοί χρόνοι από της μυκηναϊκής εις την αρχαίαν περίοδον. 2 τόμοι. Βιβλ. της εν Αθήναις Αρχ. Εταιρείας 99 (1983/84)

Η προϊστορική κατοίκισις της Ελλάδος και η Γένεσις του Ελληνικού Έθνους. 2 τόμοι.  Βιβλ. της εν Αθήναις Αρχ. Εταιρείας 139 (1994/95) 

 Στα επιπλέον έργα του κυρίου Schachermeyr, τα οποία περιλαμβάνουν επίσης στοιχεία συνοπτικών πρακτικών θέσεων και αντικειμένων, συμπεριλαμβάνονται και οι ακόλουθες μονογραφίες: 

Etruskische Frühgeschichte (Berlin 1929)

 Hethiter und Achäer (Leipzig 1935) [εξελίχθηκε στην μονογραφία : => Mykene und das Hethiterreich (= Österreichische Akademie der Wissenschaften, Philosophisch-Historische Klasse. Sitzungsberichte. Band 472 = Veröffentlichungen der Kommission für mykenische Forschung. Band 11. Verlag der Österreichischen Akademie der Wissenschaften Wien 1986)]

 Ägäis und Orient : Die überseeischen Kulturbeziehungen von Kreta und Mykenai mit Ägypten, Levante und Kleinasien unter bes. Berücks. d. 2. Jahrtausends v. Chr. (Wien 1967)

 Griechische Frühgeschichte. Ein Versuch, frühe Geschichte wenigstens in Umrissen verständlich zu machen (= Österreichische Akademie der Wissenschaften, Philosophisch-Historische Klasse. Sitzungsberichte. Band 425. Verlag der österreichischen Akademie der Wissenschaften, Wien 1984) [αποτελεί τρόπον τινά ενα είδος "resumée" της 5-τομης "Ägäische Frühzeit"]

 Die griechische Rückerinnerung im Lichte neuer Forschungen (= Österreichische Akademie der Wissenschaften, Philosophisch-Historische Klasse. Sitzungsberichte. Band 404. Verlag der österreichischen Akademie der Wissenschaften, Wien 1983)

 Επομένως, εαν κάποιος επιθυμεί να μελετήσει σε βάθος την Αιγαιακή Προ- και Πρωτο-ιστορία, γνωρίζει την γερμανική γλώσσα και δεν θέλει να χάνει τον χρόνο του κατεβάζοντας τόμους επί τόμων, θα πρέπει να μελετήσει τα προαναφερόμενα έργα και κυρίως την 5-τομη σειρά του Schachermeyr, ώστε να ενημερωθεί για ευρήματα και θέσεις πρό της δεκαετίας του 1980. Για τις υστερότερες περιόδους (τέλη 20ου αι. - αρχές 21ου αι.) συνίσταται η μελέτη των "Archaeological Reports", αλλά εαν θέλει κάποιος μια εμπεριστατωμένη σύνοψη, αυτή βρίσκεται στα updated άρθρα της "American Journal of Archaeology" (AJA), τα οποία δημοσιευτήκαν σε επιμέλεια της Tracey Cullen ως Aegean Prehistory: A Review. AJA Suppl. 1 (2001). Τέλος, υπάρχει και η διαδικτυακή σελίδα της BCH (Bulletin de Corrrespondance Hellénique): www.chronique.efa.gr/, στην οποία μπορεί κανείς να βρεί επίσης διαδικτυακά παραπομπές σε ανασκαφές και ευρήματα παρελθόντων ετών.

 Φυσικά δεν είναι δυνατόν να παραβλεπτεί εδώ και η βιβλιογραφία σχετική με αιγαιακά ευρήματα σε θέσεις της Μεσογείου (κυρίως δε της Εγγύς Ανατολής) και με αντίστοιχα ευρήματα από την Ανατολή στο Αιγαίο: 

 H. G. Buchholz, Forschungsbericht 1960-1970, AA 89, 1974, p. 325-462

G. Köpcke, Handel. ArchHom M (1974)

C. Lambrou-Philipson, Hellenorientalia. SIMA PB 95 (1990)

E. Cline, Sailing the Wine Dark Sea. BAR-IS 591 (1994) 

H. G. Buchholz, Ugarit, Zypern und Ägäis. AOAT 261 (1999) 

 Η τραγική ειρωνία σε όλα αυτά βέβαια είναι, οτι η ιστορία ξεκίνησε εξαιτίας της ενεργής συνδρομής ενός (πρώην) Ναζί... 


Samstag, 5. September 2026

Η ΣΥΜΒΟΛΗ ΤΗΣ "ΕΚΔΟΤΙΚΗΣ ΑΘΗΝΩΝ" ΣΤΗΝ ΕΓΧΩΡΙΑ ΚΑΙ ΔΙΕΘΝΗ ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ ΤΩΝ ΑΡΧΑΙΟΓΝΩΣΤΙΚΩΝ ΕΠΙΣΤΗΜΩΝ.

 Σε παλαιότερο κείμενο κάναμε λόγο περί γραπτών σημειώσεων πανεπιστημιακών παραδόσεων στα αρχαιολογικά τμήματα των ελληνικών πανεπιστημίων πρό της δεκαετίας του 1960. Υπήρχαν τέτοιες σημειώσεις, δακτυλογραφημένες και πρόχειρα τυπωμένες. Όπως βέβαια υπήρχαν και μεταφράσεις ξένων έργων, αλλά και γενικά εγχειρίδια περί της αρχαίας τέχνης και ιστορίας, γραμμένα από Έλληνες ειδικούς. Από την δεκαετία του 1960 και μετά - τουλάχιστον ως το τέλος του 20ου αι. - ενας εκδοτικός οίκος ανέλαβε να πρωταγωνιστήσει ως ναυαρχίδα στα εγχώρια εκδοτικά πράγματα - ειδικά τα συνδεόμενα με την αρχαιολογία και ιστορία - με την δημιουργία και διάθεση στην αγορά πολυτελών χοντρόδετων τόμων μεγάλου μεγέθους, με ιλλουστρασιόν χαρτί, πλούσια εικονογράφιση και κυρίως, λεπτομερείς και καλαίσθητες έγχρωμες φωτογραφίες γλυπτών, αγγείων, ψηφιδωτών, κοσμημάτων και άλλων τέχνεργων. Γνωρίσματα οπωσδήποτε πολύτιμα για κάθε μελετητή. 

 Ο εκδοτικός αυτός οίκος φέρει την ονομασία "Εκδοτική Αθηνών (Α. Ε.)". Το βιβλιοπωλείο του ήταν για αρκετά χρόνια σε κάποια στοά της πέριξ της πλατείας Συντάγματος και Σταδίου. Κάποια στιγμή μετακόμισε κάπου επί της Σόλωνος. Πλέον βρίσκεται επί της Σπυρίδωνος Τρικούπη.  

 Ο εκδοτικός οίκος είναι γνωστός κυρίως για την έκδοση της πολύτομης σειράς με τον τίτλο "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους" (εικ. 1). Η σειρά αυτή, η οποία ξεκίνησε από τα μέσα την δεκαετίας του 1960 περίπου, είχε το πλεονέκτημα του οτι συγκέντρωσε την αφρόκρεμα των Ελλήνων ακαδημαϊκών της εποχής, η οποία και συμμετείχε επιτυχώς στον σχεδιασμό και την ολοκλήρωσή της.  

Εικ. 1

 Στα κορυφαία έργα των εκδόσεων συγκαταλέγονται 2 ανυπέρβλητα πονήματα του Νίκου Παπαχατζή: 
 
το ενα είναι η πεντάτομη διασκευή της "Ελλάδος Περιήγησις" του Παυσανία (εικ. 2). Το έργο αυτό είναι πρωτότυπο - κανένας εκδοτικός οίκος του εξωτερικού δεν έχει καταφέρει να δημιουργήσει κάτι αντίστοιχο! Ο Παπαχατζής δεν μετέφρασε απλώς τον Παυσανία: το πεντάτομο έργο περιέχει πλούσια, επεξηγηματικά σχόλια και παραπομπές σε μορφή υποσημειώσεων, λεπτομερείς φωτογραφίες, κατόψεις κτηρίων, βιβλιογραφία.
Εικ. 2

Εικ. 3

Το έτερο πόνημα του Παπαχατζή είναι ενας τόμος για την αρχαία ελληνική θρησκεία (εικ. 3), με τα ίδια χαρακτηριστικά (πλούσια εικονογράφηση, βιβλιογραφία, λεπτομερείς παραπομπές), τα οποία το ανυψώνουν πιο πάνω και από το αντίστοιχο βιβλίο του Walter Burkert με την ίδια θεματική.

Τόσο η "Ιστορία του Ελληνικού Έθνους", όσο και η "Ελλάδος Περιήγησις" έχουν μεταφραστεί στα αγγλικά από τον ίδιον εκδοτικό οίκο και έτσι βρήκαν πρόσβαση στις βιβλιοθήκες των ξένων χωρών. Ακολούθως δε, χαίρουν εκτίμησης από ξένους ακαδημαϊκούς, οι οποίοι τα προτείνουν - ειδικά το πεντάτομο έργο του Παπαχατζή - στους φοιτητές τους.

Εικ. 4


Εικ. 5

 Η "Εκδοτική Αθηνών" πλήν των προαναφερόμενων, εξέδωσε επίσης αρχαιολογικούς οδηγούς μουσείων και αρχαιολογικών θέσεων, καθώς δε και λεξικά και εγκυκλοπαίδειες. Εξέδωσε ακόμα 2 επιπλέον σειρές, τις οποίες κάποιες "κακιές γλώσσες" θεωρούν αντιγραφές ξένων έργων:

 Στην μια περίπτωση πρόκειται για το πεντάτομο έργο του Ιωάννη Θ. Κακριδή "Ελληνική Μυθολογία" (εικ. 4), το οποίο σε κάποιους θυμίζει το εξίσου πολύτομο "Griechische Sagenbilder" του Γερμανοελβετού αρχαιολόγου Karl Schefold. Υπάρχουν κάποιες ομοιότητες, οι διαφορές όμως είναι μεγαλύτερες: ο Κακριδής πρώτα-πρώτα ήταν φιλόλογος, όχι αρχαιολόγος, και χρησιμοποίησε τις εικόνες στο πόνημά του για να παρουσιάσει την ελληνική μυθολογία, ξεκινώντας από τους θεούς και πηγαίνοντας μετά στους ήρωες. Ο Schefold ξεκίνησε φιλολογικές σπουδές, αλλά κατέληξε στην αρχαιολογία. Και το έργο του τοποθετεί στο προσκήνιο τους ελληνικούς μύθους όπως παρουσιάζονται στα τέχνεργα της εκάστοτε εποχής. 

Στην άλλη περίπτωση υπάρχει η 15τομη σειρά "Ελληνική Τέχνη", οι 6 πρώτοι τόμοι της οποίας είναι αφιερωμένοι στην Αρχαιότητα. Κάποιοι έχουν υποθέσει οτι οι τόμοι π.χ. σε επιμέλεια και συγγραφή του καθηγητή του ΑΠΘ Μιχάλη Τιβέριου για τα αγγεία και τα γλυπτά (εικ. 5), αντιγράφουν τους αντίστοιχους τόμους των Erika Simon (που "αντικατέστησε" τρόπον τινά τον παλαιότερο τόμο του Paolo Enrico Arias επί του ιδίου αντικειμένου) και Reinhard Lullies από τις εκδόσεις Max Hirmer του Μονάχου. Οι τόμοι όμως του Τιβέριου είναι εξαιρετικοί για τα ελληνικά - και όχι μόνο για αυτά - δεδομένα. Και δεν χρειάζεται να γίνει καμία αντιγραφή. Φυσικά και υπάρχουν ομοιότητες. Ο γερμανικός εκδοτικός οίκος είναι κάτι λιγότερο από 2 δεκαετίες αρχαιότερος του ελληνικού και ασφαλώς θα στάθηκε ως έμπνευση για τον σχεδιασμό των τόμων της "Εκδοτικής Αθηνών". Και τα 4 αυτά έργα είναι εξαιρετικά και ορθό και σημαντικό είναι να μελετώνται κατ΄αντιπαράσταση.

Τα προαναφερόμενα έργα του ελληνικού εκδοτικού οίκου αποτελούν απτές αποδείξεις του ότι η εγχώρια αγορά επιτρέπει την δημιουργία και διακίνηση ποιοτικής βιβλιογραφίας. Ευτυχώς που υπάρχουν και συμβάλουν στην διάδοση της γνώσης των αρχαιογνωστικών επιστημών. Χωρίς αυτές, το συγκεκριμένο γνωστικό πεδίο θα ήταν απλά φτωχό.

 

Donnerstag, 3. September 2026

ΤΙ ΣΥΝΕΒΕΙ ΣΤΗΝ ΝΟΤΙΑ Tell el-Far´ah;

 Μια αλληλουχία γεγονότων όπως: 

(1) η ονείρωξη του νυν προέδρου των ΗΠΑ να μετατραπεί η Λωρίδα της Γάζας σε πολυτελές τουριστικό θέρετρο στο στυλ της Κυανής Ακτής, του Ντουμπάϊ ή του Ελληνικού, 

(2) η δημοσίευση του νέου βιβλίου του Wolfgang Zwickel αναφορικά με τις αρχαιότητες της Γάζας, 

(3) η δημιουργία αρχαιολογικού κτηματολογίου από την Αρχαιολογική Υπηρεσία του Ισραήλ, 

(4) οι εργασίες του συνεδρίου της European Association of Archaeologists (ΕΑΑ) στην Αθήνα μεταξύ 26-29 Αυγούστου 2026, οι οποίες ξεσήκωσαν τις φιλοπαλαιστινιακές οργανώσεις, καθώς και μερίδα των συνδικαλιστικών οργάνων των Ελλήνων Αρχαιολόγων (τόσο μόνιμων, όσο και έκτακτων), εξαιτίας της συμμετοχής Ισραηλινών και φιλοισραηλινών επιστημόνων, οι οποίοι (πιστεύεται οτι) υποστηρίζουν ακραίες θέσεις και παραλίγο να οδηγήσουν σε διακοπή ή αναστολή του συνεδρίου, 

μας οδηγήσαν σε δαιδαλώδεις συνειρμούς. Συνειρμούς, οι οποίοι συνδέονται με συγκεκριμένο αρχαίο νεκροταφείο στην θέση Tell el-Far´ah του νότου. Αυτό το τελευταίο τονίζεται, διότι υπάρχει και βόρεια Tell el-Far´ah.  Γιατί όμως ήρθε στην σκέψη μας η θέση αυτή, η οποία δεν ανήκει στην Λωρίδα της Γάζας, αλλά συνορεύει με αυτήν; 

Εικ. 1: επιλογή τάφων από το νεκροταφείο 500 της νότιας Tell el-Far´ah (Gilmour 1995)

 
Εικ. 2: οι "φιλισταϊκοί" τάφοι του νεκροταφείου 500 (Waldbaum 1966)

 Η Tell el-Far´ah (S), όπως είναι γνωστή στην διεθνή βιβλιογραφία για να ξεχωρίζει από την βορειότερη συνονόματη θέση, βρίσκεται στην έρημο Negev και απέχει περί τα 20 χλμ. νότια από την πόλη της Γάζας. Στα τέλη της δεκαετίας του 1920, ο Flinders Petrie ανέσκαψε στην Tell el-Far´ah (S) και ανακάλυψε 2 νεκροταφεία: το νεκροταφείο 900, το οποίο χρονολογείται από την Ύστερη Εποχή του Χαλκού ΙΙ εως την Εποχή του Σιδήρου, και το νεκροταφείο 500, το οποίο ήταν σε χρήση μεταξύ 12ου και 11ου αι. π. Χ. Το νεκροταφείο αυτό αποκαλείται επίσης και "φιλισταϊκό" (εικ. 1). [σ.σ.: Πληροφορίες επί της χρονολόγησης στην Γ Ενότητα υποκεφ. 7 του σεμιναρίου για τις "σκοτεινές πτυχές της αρχαιολογίας"]. 

 Στην συνέχεια του παρόντος κειμένου θα ασχοληθούμε με το νεκροταφείο 500. Τον ενδιαφέρον μας περιστρέφεται περί των τάφων αρ. 532, 542, 544, 552 και 562 (εικ. 2). Και θα εξηγήσουμε ακολούθως γιατί.  

Εικ. 3: κάτοψη και τομή τυπικού μυκηναϊκού θαλαμωτού τάφου ((c) commons wikimedia)

 
Εικ. 4: κάτοψη τυπικού μυκηναϊκού θαλαμωτού τάφου ((c) commons wikimedia)
 
 Ας αναφερθεί όμως πρώτα ποιοί ήσαν οι Φιλισταίοι. Η ονομασία προέρχεται από την αιγυπτιακή λέξη PLS (Peleset), η οποία εμφανίζεται για πρώτη φορά σε ανάγλυφα στον βόρειο εξωτερικό τοίχο του 2ου πρόπυλου του "οίκου των 1000 ετών" του Ραμσή του Γ΄ (1183/2-1152/1 π. Χ. περίπου) στην θέση Medinet Habu, στην δυτική πλευρά των Θηβών (Άνω ή νότια Αίγυπτος). Τα ανάγλυφα παρουσιάζουν από τα δυτικά προς τα ανατολικά, τις μάχες του εν λόγω φαραώ και του στρατού του κατά το 8ο έτος της βασιλείας του εναντίον πολυεθνικών ή πολυφυλετικών ομάδων ξένων εισβολέων (κατά την αιγυπτιακή προπαγάνδα) ή μεταναστών (κατά την σύγχρονη ερμηνευτική προσέγγιση), οι οποίοι ονομάζονται συμβατικά "λαοί της θάλασσας". Οι PLS-Peleset-Φιλισταίοι ανήκαν σε αυτήν την ομοσπονδία λαών ή φυλών. Εικονογραφικά ξεχωρίζουν από το κάλυμμα της κεφαλής τους, το οποίο θυμίζει περισσότερο διάδημα διακοσμημένο με φτερά πτηνού, παρά περικεφαλαία. Η έτερη γραπτή πηγή αναφοράς των Φιλισταίων είναι η Παλαιά Διαθήκη. Ειδικά τα βιβλία από την Έξοδο και μετά (Κριταί, Προφήται, Βασιλείς). Σύμφωνα με τα βιβλία αυτά, οι Φιλισταίοι προήλθαν από την Kaphtor (αιγυπτ. Kapatara), η οποία ταυτίζεται με την Κρήτη. Η προαναφερόμενη αιγυπτιακή πηγή σημειώνει οτι ο φαραώ έδωσε εκτάσεις γης στην Χαναάν (νότιο Λεβάντε) για να τις εποικίσουν οι Φιλισταίοι, από τους οποίους προήλθε η ονομασία Παλαιστίνη. Στην Παλαιά Διαθήκη οι Φιλισταίοι είναι ήδη εγκατεστημένοι, όταν φτάνουν οι Ισραηλίτες. 
 
 Οι Φιλισταίοι, σύμφωνα με γραπτές πηγές και αρχαιολογικές μαρτυρίες, είχαν δημιουργήσει εναν συνασπισμό πόλεων, μια πεντάπολις (Ashdod, Ashkelon, Ekron, Gath, Gaza - οι πρώτες 4 εξ αυτών έχουν ανασκαπτεί συστηματικά). Ο υλικός τους πολιτισμός φέρει προσμείξεις, επιμείξεις και υβριδικά στοιχεία ("αμαλγάματα") από γειτονικές κουλτούρες, με τις οποίες ήρθαν σε επαφή και αλληλοαφομοιωθήκαν. Αυτό γίνεται φανερό κυρίως από την κεραμεική τους, η οποία συνδυάζει σχήματα και μοτίβα, τόσο ντόπια (χανααναϊκά), όσο και εισαγώμενα. Στα τελευταία εμφανίζονται κατά κόρον οι επηρροές από τον αιγαιακό χώρο, ειδικά από την Μυκηναϊκή κεραμεική [σ.σ.: Υστεροελλαδική ΙΙΙΓ1, η οποία συνέβαλε άμεσα στην δημιουργία της ντόπιας μονόχρωμης φιλισταϊκής κεραμεικής και στην συνέχεια εξελίχθηκε στην δίχρωμη φιλισταϊκή κεραμεική]. Λεπτομέρειες για την φιλισταϊκή κεραμεική και την χρονολόγησή της, μπορεί κανείς να βρει στην βιβλιογραφία που παρατίθεται στο τέλος του κειμένου. Για περισσότερες λεπτομέρειες ωστόσο, υπάρχουν τα εξής έργα (σε χρονολογική σειρά): Buchholz, AA 89, 1974, σελ. 432 εικ. 79. Ben-Slomo, BAR-IS 1541 (2006) σελ. 22 πιν. 1.2, σελ. 24 πιν. 1.3. Lehmann, UF 39, 2007, σελ. 530-531 πιν. 1, σελ. 532 πιν. 2. Mountjoy 2018, σελ. 22 πιν. 1, σελ. 1096 πιν. 66.

 Στους τάφους του νεκροταφείου 500 της νότιου Tell el-Far´ah (εικ. 2) έχει πράγματι βρεθεί τέτοιου είδους κεραμεική (βλ. Laemmel 2009 εντ.). Αλλά αυτό δεν είναι το μοναδικό χαρακτηριστικό των συγκεκριμένων τάφων. Το σχήμα των τάφων είναι εξίσου ιδιαίτερο, μιας και θυμίζει βραχοσκεπείς θαλαμωτούς τάφους (αγγλ.: rock-cut chamber tombs), όπως τους ξέρουμε από το Αιγαίο της Ύστερης Εποχής του Χαλκού.

Εικ. 5: μυκηναϊκοί θαλαμωτοί τάφοι στον ελλαδικό χώρο (Galanakis, ArchRep 64, 2017/2018)

 Οι σκαλισμένοι σε υπώρειες λόφων θαλαμωτοί τάφοι είναι ο ενας βασικός τύπος ταφής των περιόδων Υστεροελλαδική ΙΙΒ-ΙΙΙΒ2 (1450-1200 π. Χ.). Ο έτερος τύπος ταφής είναι οι θολωτοί τάφοι. Αναλυτικά για την συγκεκριμένη κατηγορία ταφών μπορεί κανείς να μάθει από την 7η ενότητα του διαδικτυακού σεμιναρίου του ΚΔΒΜ Τσαούση. Εδώ θα περιοριστούμε σε βασικές πληροφορίες. 

 Οι θαλαμωτοί τάφοι είναι η πολυπληθέστερη ταφική ομάδα στον ελλαδικό χώρο. Υπολογίζεται οτι έχουν ανακαλυφθεί περισσότεροι από 4000 τάφοι, η πλειονότητα των οποίων βρίσκεται στον νομό Αργολίδας (εικ. 5). Οι τάφοι αποτελούνται από εναν στενόμακρο, κατηφορικό δρόμο, τον θάλαμο (κάμαρα), ο οποίος μπορεί να είναι ορθογώνιος, τραπεζοειδής, ελλειψοειδής, αλλά και κυκλικός. Ο θάλαμος διαθέτει είσοδο, το "στόμιο" το οποίο φραζόταν με ξερολιθιές μετά τον ενταφιασμό. Ο δε δρόμος επιχωνόταν (εικ. 3-4). Οι θαλαμωτοί τάφοι ήσαν ομαδικοί/οικογενειακοί και χρησιμοποιούνταν για πολλές γενεές. Οι σωροί των νεκρών τοποθετούνταν σε λάκκους επί του δαπέδου μαζί με κτερίσματα. Ολόκληρα νεκροταφεία έχουν ανακαλυφθεί, τα οποία χρονολογούνται στην Μυκηναϊκή Ανακτορική Εποχή: στα Δενδρά, την Πρόσυμνα, την Παλαιά Επίδαυρο (Αργολίδα), στα Αηδόνια και την Αγία Σωτήρα (Νεμέα Κορινθίας), στο Παλαιόκαστρο (Γορτυνία Αρκαδίας), στην Ιαλυσό (Ρόδος), σε θέσεις πέριξ του ανακτόρου της Κνωσσού (π.χ. Ισόπατα, Ζαφέρ Παπούρα, Σελλόπουλο). Και στην Μικρά Ασία όμως, στην Μίλητο και την Αλικαρνασσό, έχουν βρεθεί τάφοι του είδους αυτού. 

 Μέχρι  και το τέλος της Υστεροελλαδικής ΙΙΙΒ2, οι θαλαμωτοί τάφοι χρησιμοποιούνταν για την εναπόθεση σωρών. Σε ορισμένους εξ αυτών, όπως π.χ. στην Τανάγρα της Βοιωτίας και στην Αγία Τριάδα της Κρήτης, έχουν βρεθεί πήλινες εικονόγραπτες λάρνακες. Από την Υστεροελλαδική ΙΙΙΓ (Μετανακτορική Εποχή, 1200-1050 π. Χ.) όμως, στους θαλαμωτούς τάφους συναντώνται και καύσεις των νεκρών. Σε αρκετούς εξ αυτών των τάφων επίσης, ειδικά στην Κρήτη [σ.σ.: στο νησί το φαινόμενο αυτό εμφανίζεται ήδη από την Υστερομινωϊκή ΙΙ] και την Αχαϊα, έχουν βρεθεί υπέρογκες ποσότητες όπλων, με συνέπεια κάποιοι ερευνητές να κάνουν λόγο για '"τάφους πολεμιστών' οι οποίοι αντικατοπτρίζουν το ταραγμένο, ασταθές κλίμα (κοινωνικό/ πολιτικό) της εποχής εκείνης. Τα μεγαλύτερα νεκροταφεία επίσης, στα οποία συγκαταλέγονται η Περατή στην Αττική και οι Αρμένοι στην Κρήτη, με άνω των 200 θαλαμωτών τάφων, χρονολογούνται εκείνην την εποχή, ΥΕ ΙΙΙΓ. Και είναι κατά κάποιον τρόπο σύγχρονα με τα νεκροταφεία της νότιας Tell el-Far´ah. Πως μπορεί όμως να εξηγηθεί το γεγονός οτι ο τύπος αυτός ταφής έφτασε στην Παλαιστίνη; Από ποιούς και από που προήλθε; Και γιατί χρησιμοποιήθηκε ο συγκεκριμένος τύπος ταφής;

 Κάποιοι ερευνητές θεωρούν οτι ο θαλαμωτός τάφος είναι εξέλιξη του απλού λακκοειδούς και λιθόκτιστου τάφου (Hiller, σε Laffineur (επιμ.) Transition. Aegaeum 3, 1987, σελ. 137-138). Άλλοι θεωρούν οτι η μορφή αυτή τάφων προϋπήρχε και προήλθε, είτε από την Πελοπόννησο και το Ιόνιο (Papadimitriou, BAR-IS 925, 2001), είτε από την Κρήτη (Pini 1968). Από την Κρήτη μεταφέρθηκε στην Κύπρο, όπου εξελίχθηκε ως τάφος με πολλαπλές καμάρες [σ.σ.: Η Ελένη Μαντζουράνη στο βιβλίο της, Η Αρχαιολογία της προϊστορικής Κύπρου (Αθήνα 2001) σελ. 124-125 υποστηρίζει, οτι  οι τάφοι με πολλαπλούς θαλάμους προϋπήρχαν από την Μεσοκυπριακή Εποχή στο νησί]. Ορισμένοι ερευνητές πιστεύουν οτι από την Κύπρο, ο θαλαμωτός τάφος εισήχθηκε στην Παλαιστίνη. Παλαιότερες γενεές αρχαιολόγων, όπως οι  Waldbaum (1966) και Dothan (1982) γράφουν με ενθουσιασμό για άμεσες επηρροές από τον αιγαιακό χώρο. Οι Brug (1985) και Gilmour (1995) αντίθετα, εμφανίζονται πιο συγκρατημένοι και όπως η Laemmel (2009) για την κεραμεική, φέρουν στο προσκήνιο τις προϋπάρχουσες αρχιτεκτονικές ταφικές παραδόσεις της Παλαιστίνης της Ύστερης Εποχής του Χαλκού.

 Πράγματι, το σχήμα των τάφων 542 και 552 (εικ. 2) δεν θυμίζει ιδιαίτερα τους μυκηναϊκούς θαλαμωτούς τάφους. Μοιάζει δε να φέρει επηρροές από Κύπρο και Χαναάν. Μην ξεχνούμε όμως, πως οι Φιλισταίοι ήταν μια υβριδική κουλτούρα που αναμείχθηκε, αφομοίωσε και αφομοιώθηκε από γηγενή στοιχεία και πληθυσμούς. Μην ξεχνούμε επίσης, οτι προϊόντα (μέταλλα, ορυκτά, καλλυντικά κ.α.), ανθρώπινο δυναμικό (σκλάβοι, τεχνίτες, εμπόροι), ακόμα και ιδέες (τελετουργίες, δοξασίες, θρησκείες κ.α.) διακινούνταν μεταξύ των πολιτισμών της Εποχής του Χαλκού. Η μινωϊκή και η μυκηναϊκή κεραμεική που έχουν βρεθεί σε διάφορες θέσεις - μεταξύ αυτών και η Παλαιστίνη - είναι μάρτυρες επί αυτού. Οι θαλαμωτοί τάφοι ήσαν δημοφιλείς, διότι ήσαν πιο οικονομικοί και πιο εύκολα κατασκευάσιμοι από τους θολωτούς, και για αυτό ίσως και πιο πρακτικοί. Η δε ύπαρξη δρόμου έμπροσθεν αυτών, ίσως να σηματοδοτεί την ύπαρξη διαφοροποιημένων ταφικών πρακτικών από τις προγενέστερες περιόδους, όπως π.χ. τελετουργική εκφορά σωρού νεκρού. Οι θαλαμωτοί τάφοι είχαν πολλαπλές χρήσεις: χρησιμοποιούνταν και για ενταφιασμούς σωρών και για καύσεις. Σε αυτούς ενταφιάζονταν και μέλη των τοπικών ελίτ και μη προνομιούχοι. Συνδύαζαν την απλότητα με την μεγαλοπρέπεια. 

 Οι τάφοι του νεκροταφείου 500 της νοτίου Tell el-Far´ah επομένως αποτελούν παράδειγμα: 

 (1) των ριζικών κοινωνικών/ οικονομικών/ πολιτικών/ πολιτιστικών μεταβολών που έλαβαν χώρα κατά το τέλος της Εποχής του Χαλκού και τις απαρχές της Εποχής του Σιδήρου, 

 (2) των αλληλεπιδράσεων και αφομοιώσεων εθνικών και πολιτιστικών στοιχείων που συντελέστηκαν την ίδια εκείνη χρονική περίοδο και οδηγήσαν στην δημιουργία νέων κοινωνιών με μεικτά εθνικά και πολιτιστικά χαρακτηριστικά.

 Στον αρχιτεκτονικό τους πυρήνα μπορεί να κρύβουν τις παραδόσεις και τεχνικές των υστεροελλαδικών μυκηναϊκών θαλαμωτών τάφων. Αλλά είναι κάτι περισσότερο από αυτούς, όπως και τα κτερίσματά τους. Αυτά τους τα στοιχεία τους κάνουν τόσο ξεχωριστούς και μοναδικούς.

-------------------- 

ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ (σε χρονολογική σειρά)

(1) Περί Φιλισταίων (γενικά έργα - επιλογή):

T. Κ. Dothan, The Philistines and their material Culture (1982)

J. F. Brug, A Literary and Archaeological Study of the Philistines. BAR-IS 265 (1985) [διαρθρωμένο κατά το υπόδειγμα του βιβλίου της Dothan, ασκεί κριτική σε αυτό]

A. Yasur-Landau, The Philistines and Aegean Migration at the End of the Late Bronze Age (2010)

 (2) Περί του νεκροταφείου:

J. C. Waldbaum, Philistine Tombs at Tell Fara and their Aegan Prototypes, in: AJA 70, 1966, pp. 331-340

W. H. Stiebig, Another Look at the Origins of the Philistine Toms at Tell el-Far´ah (S), in: AJA 74, 1970, pp. 139-143 [κριτική στο προαναφερόμενο άρθρο της Waldbaum] 

G. Gilmour, Aegean Influence in Late Bronze Age Funerary Practices in the Southern Levant, in: S. Campell - A. Green (eds.) The Archaeology of Death in the Ancient Near East. Oxbow Monograph 51 (Oxford 1995) pp. 155-170 [αναφορικά με τους τάφους]

S. Laemmel, A Note on the Material from the Late Bronze Age and the Early Iron Age Cemeteries at Tell el-Far´ah South, in: C. Bachhuber - R. Gareth Roberts (eds.) Forces of Transformation (Oxford 2009) pp. 168-183 [αναφορικά με τα κτερίσματα των τάφων]