Samstag, 30. Mai 2026

ΟΙ ΡΩΜΑΪΚΕΣ ΑΨΙΔΕΣ ΚΑΤΑ ΤΗΝ ΤΥΠΟΛΟΓΙΚΗ ΜΕΘΟΔΟ.

 Έχει ήδη αναφερθεί πως η επιστήμη της αρχαιολογίας ασχολείται με την μελέτη των κινητών ευρημάτων και των αρχιτεκτονικών μνημείων - τομείς δηλαδή, οι οποίοι αντιπροσωπεύουν τους ανθρώπινους υλικούς πολιτισμούς. Καθοριστικής σημασίας για την μελέτη των υλικών πολιτισμών είναι οι μέθοδοι (1) που χρησιμοποιούνται προκειμένου οι επιστήμονες να καταλάβουν με τι έχουν να κάνουν. 
 
Μια βασική μέθοδος είναι η χρονολόγηση του εκάστοτε αντικειμένου δια της αναλυτικής περιγραφής αυτού, της σύγκρισής του με παράλληλα αντικείμενα, της κατανόησης του υπόβαθρού του (λ.χ. υπό ποιές συνθήκες δημιουργήθηκε, ποιά είναι η σημασία του και η χρήση του). Κάτι τέτοιο είναι εφικτό στην κεραμεική.
 
Μια επιπλέον μέθοδος είναι η στυλιστική ανάλυση, η οποία επιτρέπει την ταξινόμηση και κατάταξη σε "σχολές", αναλόγως των εικονογραφικών και μορφολογικών χαρακτηριστικών των ευρημάτων. Συγκρίνοντας τις φόρμες ως χαρακτηριστικά γνωρίσματα, η ταυτόχρονη ομοιότητα των οποίων και οι διαφορές σημαίνουν διαφορετικούς χρόνους προσέλευσης, μπορεί κανείς να προσεγγίσει τις στυλιστικές ιδιαιτερότητες μιας εποχής σε χρονολογική σειρά, έτσι ώστε να δημιουργήσει μια ιστορία του στύλ (Style). Η Seriation (σειρά) επιτρέπει τα ευρήματα ή τις ομάδες ευρημάτων να ταξινομηθούν σε μια σειρά. Η σειρά δείχνει την αλλαγή στην δημοτικότητα του στύλ. Ενα στύλ γίνεται δημοφιλές (πρώϊμη φάση), φτάνει στο αποκορύφωμά του (ώριμη φάση) και τέλος παρακμάζει και εξαφανίζεται (όψιμη φάση). 

Εικ. 1: τυπολογία ρωμαϊκών αψίδων κατά Kähler, RE VII A (1939) σελ. 485-486 εικ. 1-24 

 Υπάρχουν ωστόσο τομείς ευρημάτων, στους οποίους η χρονολόγηση έρχεται σε "δεύτερη μοίρα" και θα χρειαστεί διαφορετική μέθοδος ταξινόμησης. Οι ρωμαϊκές αψίδες (εικ. 1) ανήκουν στους τομείς αυτούς. Πρόκειται για μια, κατά την γνώμη μας, υποτιμημένη κατηγορία μνημειακής αρχιτεκτονικής.
 
 H αψίδα (ελλ.: οι αψίδες, αγγλ.: the Arch/ Arches, γαλλ.: L´Arc/ les Arcs, ιταλ.: L´Arco/ Arce, γερμ.: die Arche/ die Archen) είναι ένα ιδιαίτερο, ανεξάρτητο μνημείο, το οποίο μπορεί να αποτελείται από 1 τόξο εως και 3 (ή και περισσότερες) καμάρες. Σε ορισμένες περιπτώσεις, έχουν κατασκευαστεί και τετράπυλα. Οι αψίδες ήταν διακοσμημένες με αρχιτεκτονικά στολίδια και ανάγλυφα που απεικόνιζαν θέματα νίκης, συμβολισμούς εξουσίας και αυτοκρατορικά προγράμματα (2). Τον 2ο αιώνα π.Χ. χρησιμοποιήθηκε ο όρος fornix για αυτό το είδος μνημείου (3). Κατά τη ρωμαϊκή αυτοκρατορική περίοδο, ο όρος αυτός αντικαταστάθηκε από τον όρο arcus (4). Κατά την διάρκεια της ρωμαϊκής εποχής, η αψίδα εξυπηρέτησε μια ποικιλία λειτουργιών: κατασκευαζόταν για να γιορτάσει και να τιμήσει τις στρατιωτικές νίκες στη Ρώμη (arcus triumphalis/ αψίδα θριάμβου) (5). Μια αψίδα μπορούσε επίσης να τιμήσει ένα σημαντικό πολιτικό γεγονός ή πρόσωπο. Τα πολιτικά επιτεύγματα του τιμώμενου και τα αντίστοιχα γεγονότα απαθανατίζονταν στην "attika", το στεφανωμένο, υπερυψωμένο τμήμα της αψίδας. Η attika έφερε επιγραφές που εξηγούσαν την περίσταση κατασκευής της, απεικονίσεις τέθριππων και εικόνες θεοτήτων. Κατά την αυτοκρατορική περίοδο απεικονιζόταν αντί για θεότητα ο εκάστοτε αυτοκράτορας (6). Επιπλέον, οι αψίδες χρησίμευαν ως οροδείκτες μιας περιοχής και ως πύλες της πόλης. Σε αυτές τις περιπτώσεις, βρίσκονταν σε κύριους δρόμους πρόσβασης και διασταυρώσεις πόλεων (7).
 
 Υπάρχουν πάνω από 100 διατηρημένες αψίδες (8). Κατά τη γνώμη μας, και όπως αναφέρθηκε ανωτέρω, αυτά τα μνημεία δεν κατατάσσονται μεταξύ των πιο εξέχοντων αρχιτεκτονικών κατασκευών, όπως π.χ. τα αμφιθέατρα. Θα μπορούσε κανείς ακόμη και να υποθέσει ότι οι ρωμαϊκές αψίδες έχουν εν μέρει παραμεληθεί από τους μελετητές.
 
Μεμονωμένες αψίδες έχουν μεν συζητηθεί σε μονογραφίες και άρθρα (9). Υπάρχουν επίσης αρκετές ολοκληρωμένες μελέτες, που εξετάζουν τις αψίδες σε περιφερειακό επίπεδο (10). Και, φυσικά, υπάρχουν επίσης ολοκληρωμένες αναφορές για όλα αυτά τα υπάρχοντα μνημεία κατά την ρωμαϊκή αυτοκρατορική εποχή (11). Πρόσφατα μαθεύτηκε οτι ετοιμάζεται μια διατριβή στο πανεπιστήμιο της Τυβίγγης αναφορικά με τις αψίδες του 2ου αι. μ.Χ. Όλες ωστόσο οι εως τώρα μελέτες και έρευνες δίνουν έμφαση στην χρονολογική παρουσίαση των αψίδων (12). Από όσο γνωρίζουμε, δεν υπάρχει τυπολογική ταξινόμηση των μνημείων αυτών. Αυτό, διότι είναι άξιο παρατήρησης το φαινόμενο πως, αντίθετα από την κεραμεική λ.χ., δεν υπάρχει γραμμική χρονολογική εξέλιξη στις αψίδες. 
 
Ελάχιστα παραδείγματα εδώ: Η σχετικά απλή αψίδα του Αδριανού στην Αθήνα (εικ. 3) είναι λιτή και πολύ διαφορετική, τόσο από την προγενέστερη αψίδα του Τίτου (εικ. 2), όσο και από την μεταγενέστερη του Μεγάλου Κωνσταντίνου (εικ. 4). Και οι 2 τελευταίες βρίσκονται στην Ρώμη. Ακόμα και αψίδες των ιδίων αυτοκρατόρων όμως διαφέρουν μεταξύ τους. Αυτό μπορεί να το διαπιστώσει ο οποιοσδήποτε επιχειρήσει να συγκρίνει π.χ. τις αψίδες της εποχής του Τραϊανού στην Ιταλία [Puglia (109 μ.Χ.), Ancona (113 μ.Χ.), Benevento (114-117 μ.Χ.)], του Καρακάλλα στην βόρειο Αφρική [Tebessa (211-214 μ.Χ.), Djemila/ Cuicul (216 μ.Χ.), Volubilis (217 μ.Χ.)], ακόμα δε και του Σεπτιμίου Σεβήρου, τόσο στην Ρώμη (203 μ.Χ.), όσο και στις επαρχίες [π.χ. τα τετράπυλα σε Leptis Magna (146-221 μ.Χ.) και Latakia (183 μ.Χ.)]. Κάθε μια από όλες αυτές τις αψίδες είναι διαφορετική από τις υπόλοιπες. Κάθε μια εξ αυτών φέρει το δικό της προσωπικό αποτύπωμα (fingerprint), την δική της ταυτότητα. Κάθε μια αψίδα είναι μοναδικό (unique) έργο τέχνης, αυτόνομο από την μια, και ενταγμένο στον αστικό ιστό της ρωμαϊκής urbis από την άλλη. Για αυτούς τους λόγους θα πρέπει να εφαρμοστεί στην συγεκριμένη κατηγορία μνημείων η λεγόμενη τυπολογική μέθοδος.

Εικ. 2: Αψίδα Τίτου, Ρώμη, 81 μ.Χ.

Εικ. 3: Αψίδα Ανδριανού, Αθήνα, 131-132 μ.Χ.

Εικ. 4: Αψίδα Κωνσταντίνου, Ρώμη, 312-315 μ.Χ.

Η τυπολογική μέθοδος (13) είναι η ταξινόμηση των μνημείων βάσει των χαρακτηριστικών τους γνωρισμάτων (π.χ. αριθμός καμαρών, διακόσμηση κτλ.). Κατ΄αυτόν τον τρόπο, ο ερευνητής θα μπορέσει να μελετήσει και να καταλάβει πιο αποτελεσματικά την χρήση των συγκεκριμένων μνημείων ανεξάρτητα της χρονολογησής των. Τα χαρακτηριστά των αψίδων, βάσει των οποίων μπορεί να γίνει η ταξινόμηση, εξαρτώνται από πολλούς και διάφορους παράγοντες: επιφάνεια (διακόσμηση, χρώμα), μορφή (εμφάνιση, διαστάσεις), τεχνική (υλικά κατασκευής, τρόποι παραγωγής). 
 
Κάθε τύπος αντιπροσωπεύει συγκεκριμένη χρονική περίοδο και πεδίο εξάπλωσης. Αλλαγές στην μορφή ενός μνημειακού τύπου ερμηνεύονται ως γραμμή εξέλιξης. 
 
Μια ταξινόμηση των αψίδων ανά τύπο μπορεί να ρίξει φως τόσο σε παλιά όσο και σε νέα ερωτήματα σχετικά με τη λειτουργία και χρησιμότητά τους. Η τυπολογία των αψίδων μπορεί επίσης να καταδείξει τη μη κανονική, μη γραμμική χρονολογική ανάπτυξη των μνημείων αυτών. Μπορεί ακόμη να διευκολύνει τις συγκρίσεις μεταξύ διαφορετικών μνημείων και την στυλιστική τους εξέλιξη. Για αυτό και προτείνουμε την ακόλουθη διάρθρωση:
 
 Θεμελιώδες στοιχείο της ανάλυσης υλικού οφείλει να είναι η συλλογή όλων των διαθέσιμων δεδομένων. Για την επιτυχή επίτευξη αυτού, είναι απαραίτητη η δημιουργία ενός ολοκληρωμένου καταλόγου, είτε σε παραδοσιακή μορφή, είτε ως ηλεκτρονική τράπεζα δεδομένων (databank - html). Το κύριο κριτήριο ταξινόμησης είναι η μορφή. Οι καμάρες χωρίζονται σε ομάδες: η μία ομάδα περιλαμβάνει μονότοξες καμάρες και η άλλη πολύτοξες καμάρες. Αυτές οι ομάδες υποδιαιρούνται περαιτέρω σε υποομάδες με βάση τα χαρακτηριστικά τους. Αυτό θα πρέπει να είναι το δευτερεύον κριτήριο. Θα ακολουθήσουν πληροφορίες σχετικά με τις διαστάσεις τους, περιγραφές των αρχιτεκτονικών τους χαρακτηριστικών, την διακόσμηση, καθώς και τη χρονολόγηση. Η χρονολόγηση θα είναι το τριτεύον κριτήριο του καταλόγου, με τις διάφορες ομάδες να παρατίθενται χρονολογικά, ξεκινώντας από τα αρχαιότερα παραδείγματα. Επιπλέον, ο κατάλογος θα δομηθεί αλφαβητικά. Πρώτον, οι αψίδες θα κατηγοριοποιηθούν ανά περιοχή (π.χ., Αλγερία, Γαλλία κ.λπ.). Ακολούθως θα παρατεθούν οι επιμέρους τοποθεσίες (π.χ., Αθήνα, Ρώμη κ.λπ.). Αυτή η καταλογογραφική συλλογή των διαθέσιμων δεδομένων επιτρέπει την άνετη επεξεργασία και συστηματική ανάλυση του σχετικού υλικού.
 
Συνοψίζοντας τα ανωτέρω, θεωρούμε τις αψίδες ως μια ανεξάρτητη, ιδιαίτερη κατηγορία μνημειακής αρχιτεκτονικής, για την οποία, εξ όσων γνωρίζουμε, δεν υπάρχει ακόμη ολοκληρωμένη, σχετική μελέτη δια της χρήσης της τυπολογικής μεθόδου. Ως εκ τούτου, προσφέρουμε μια διαφορετική οπτική γωνία για το συγκεκριμένο υλικό. Εξακολουθούμε να θεωρούμε κάθε αψίδα ως ξεχωριστό έργο τέχνης, που διαφέρει από τα άλλα σε μορφή και χαρακτηριστικά. Δυστυχώς απουσιάζει προς το παρόν στη διεθνή αρχαιολογική βιβλιογραφία ένα corpus, μια γενική, συγκριτική και ολοκληρωμένη παρουσίαση αυτού του τύπου μνημείων κατά την τυπολογική μέθοδο.

 

(ΥΠΟ) ΣΗΜΕΙΩΣΕΙΣ - ΠΑΡΑΠΟΜΠΕΣ:

Οι εικ. 2-4 προέρχονται από την https://en.wikipedia.org/

 (1) Για τις μεθόδους στην αρχαιολογική επιστήμη βλ.: T. Hölscher, Klassische Archäologie. Grundwissen (ελλ. μτφρ. University Studio Press Θεσ/κη).
 
(2)  W. Martini, Sachwörterbuch der klassischen Archäologie (Stuttgart 2003) 78; συγκρ. επίσης με: A. Schmidt-Colinet – G. A. Plattner, Antike Architektur und Bauornamentik. Grundformen und Grundbegriffe. UTB 8288 (Wien 2004) 76-77.
 
(3) DKP II (1979) 596-597 s. v. fornix (W. H. Groß); συγκρ. επίσης με: G. A. Mansuelli, Fornix e Arcus. Note die Terminologia, in: Autori vari (Hrsg.) Studi sulli arco onorario romano. Studia Archaeologia 21 (Rom 1979) 15-17.
 
(4) DKP I (1979) 521 s. v. arcus (A. Rumpf); βλ. και: G. A. Mansuelli, Fornix e Arcus. Note die Terminologia, in: Autori vari (Hrsg.) Studi sulli arco onorario romano. Studia Archaeologia 21 (Rom 1979) 15-17.
 
(5)  DKP V (1979) 971-973 s. v. Triumphbogen (A. von Gladiß).
 
(6) A. Gorys, Wörterbuch Archäologie (München 1997) 83; W. Martini, Sachwörterbuch der klassischen Archäologie (Stuttgart 2003) 78.    
 
(7) W. Martini, Sachwörterbuch der klassischen Archäologie (Stuttgart 2003) 78; αναφορικά με την χρήση των αψίδων ως πυλών εισόδου/ εξόδου σε πόλεις, βλ.: S. Froehlich, Stadttor und Stadteingang. Zur Alltag und Kulturgeschichte der Stadt in der römischen Kaiserzeit. Studien zur Alten Geschichte 32 (Göttingen 2022) 32-33.

 (8) Αυτό σύμφωνα με τον A. L. Frothingham, A revised List of Roman Memorial and Triumphal Arches, AJA 8, 1904, 1-34. Πάρα ταύτα αυτό είναι ενα ζήτημα προς διερεύνηση, καθότι είναι πιθανόν να υπάρχουν αποκλίσεις μεταξύ της λίστας του Frothingham και του διασωζόμενου υλικού. Υπάρχουν επίσης αψίδες που δεν έχουν διασωθεί, αλλά είναι γνωστές από άλλες πηγές (π.χ. νομισματικές παραστάσεις). Συγκρ. με: RE VII A (1939) 373-464 s. v. Triumphbogen (H. Kähler).

(9) Ενδεικτικά παραδείγματα: M. Pfanner, Der Titus Bogen (Mainz 1983); M. Nassar, Hadrian´s Arches, Mediterranean Archaeology and Archaeometry 14, 2014, 245-258.

(10) Χαρακτηριστικά παραδείγματα: A. E. Sheckler, Roman Honorary Arches in Iberia (Michigan 1991); B. Fortuner, Les arcs de l´Afrique romaine, L´Archéologue 62, 2002, 26-30; A. Segal, From Function to Monument. Urban Landscapes of Roman Palestine, Syria and Provincia Arabia. Oxbow Monograph 66 (Oxford 1997) 129-149; C. van Tilburg, City Gates in the Roman West. Forms and Functions (Leiden 2022).

(11) C. Densmore Curtis, Roman Monumental Arches, Papers ASCS Rome Supp. 2, 1908, 26-83; RE VII A (1939) 373-493 s. v. Triumphbogen (H. Kähler); S. De Maria, Gli archi onorari di Roma e dell´Italia romana. Bibliotheca Archaeologica 7 (Rom 1988); F. S. Kleiner, The Study of Roman Triumphal and Honorary Arches 50 Years after Kähler, JRA 2, 1989, 195-206; H. von Hesberg, Bogenmonumente der frühen Kaiserzeit und des 2. Jhs. n. Chr. Vom Ehrenbogen zum Festtor, in: H.-J. Schalles – H. von Hesberg – P. Zanker (Hrsg.) Die römische Stadt im 2. Jh. n. Chr. Der Funktionswandel des öffentlichen Raumes. Kolloqium Xanten 02-04.05.1990. Xantener Berichte 2 (Köln 1992) 277-299; M. Roehmer, Der Bogen als Staatsmonument. Zur politischen Bedeutung der römischen Ehrenbögen des 1. Jhs. n. Chr. (München 1997); K. Cassibry, Reception of the Roman Arch Monument, AJA 122, 2018, 245-275.

(12) Συγκρ. με την βιβλ. των υποσημειμ. 9-11. Βλ. επίσης: S. Fähndrich, Bogenmonumente in der römischen Kunst. Ausstattung, Funktion und Bedeutung antiker Bogen- und Torbauten. IA 90 (Rahden 2005). Εξαίρεση ίσως να αποτελεί η προσπάθεια του Kähler στην Real-Enzyclopaedie (RE) VII A (1939) σελ. 485-486 εικ. 1-24 (βλ. εικ. 1 εντ.), ο οποίος προσπάθησε να εφαρμόσει μιας μορφής τυπολογία, όπως δείχνει και η σχετική εικόνα.

(13)  R. Bernbeck, Theorien in der Archäologie. UTB 1964 (Tübingen 1997) 206-230; L. Bowkett – S. Hill – D. Wardle – K. A. Wardle, Classical Archaeology in the Field: Approaches (London 2001) 113; M. K. H. Eggert, Prähistorische Archäologie. Konzepte und Methoden. UTB 2092 (Tübingen 2001) 181-200; W. Martini, Sachwörterbuch der klassischen Archäologie (Stuttgart 2003) 350-351.

Keine Kommentare:

Kommentar veröffentlichen