Η ανασκαφή είναι μια μέθοδος επιτόπιας έρευνας στην αρχαιολογική επιστήμη. Η επιφανειακή (οριζόντια) έρευνα πεδίου (survey) είναι η άλλη. Σε αυτήν, ομάδες ατόμων (συνήθως φοιτητές αρχαιολογίας), παραταγμένες σε οριζόντια σειρά και με σχετική απόσταση 2-4 μ. μεταξύ τους (αυτό εξαρτάται από το εύρος του χώρου που καλούνται να καλύψουν), "χτενίζουν" το έδαφος συλλέγοντας τυχαία ευρήματα (π.χ. όστρακα) που βρίσκουν. Τα ευρήματα αυτά καταγράφονται και ο χώρος μετράται.
Δεν είναι ασυνήθιστο, τα ευρήματα αυτά (1) να βρίσκονται σε θέσεις εκτός οικισμών και (2) να προέρχονται από διαφορετικές χρονολογικές περιόδους. Το κενό αυτό καλύπτει το θεωρητικό μοντέλο των νομαδικών κτηνοτροφικών πληθυσμών/ κοινωνιών (pastoral societies), οι οποίες μετακινούνταν από περιοχές σε περιοχές αναλόγως των κλιματικών συνθηκών (seasonal nomadism - transhumance). Αυτοί οι νομάδες μπορεί να είχαν μόνιμες εστίες κατοίκισης σε ορεινές περιοχές, τις οποίες όμως εγκαταλείπαν κατά τα τέλη του φθινοπώρου, για να περάσουν τους χειμώνες σε πεδινές περιοχές, στις οποίες οι θερμοκρασίες είναι πιο ήπιες. Στην Αρκαδία τουλάχιστον, οι μετακινήσεις αυτές ονομάζονται "χειμαδιά".
![]() |
| Εικ. 1: σκαρίφημα της διαδρομής Λεβιδίου - Επιδαύρου σύμφωνα με προφορικές μαρτυρίες ντόπιων [(c)2014] |
![]() |
| Εικ. 2: πιθανή διαδρομή κατά προσέγγιση, βασισμένη στο σκαρίφημα της εικ. 1 [(c) google maps 2026] |
Στις εικ. 1 και 2 ("κλικ" για μεγένθυση) βλέπουμε παράδειγμα από το "χειμαδιό" κάποιων ποιμένων του Λεβιδίου Αρκαδίας προς την Επίδαυρο του νομού Αργολίδος καθ' υπόδειξη διηγήσεων ντόπιων. Το Λεβίδι είναι κεφαλοχώρι στους πρόποδες του όρους Μαίναλον, στο κέντρο της Πελοποννήσου. Το "χειμαδιό" του χωριού λάμβανε χώρα μέχρι και τα μέσα του 20ου αιώνα περίπου, από τα τέλη Οκτωβρίου και μέχρι τις αρχές Μαϊου. Εκείνες τις εποχές μεταναστεύαν περί τα 120-150 άτομα, άνδρες και γυναικόπαιδα. Μαζί τους παίρναν περί τα 50 άλογα, 30 όνους και ημίονους και γύρω στα 15.000 αιγοπρόβατα. Ενα τέτοιο ταξίδι διαρκούσε περί τις 3 με 4 μέρες. Υπήρχαν και ομάδες Λεβιδιωτών, οι οποίες μεταναστεύαν πρός Ηλεία και Μεσσηνία για να ξεχειμωνιάσουν εκεί. Οι ομάδες αυτές διανυκτερεύαν καθ΄οδόν σε αυτοσχέδια καταλύμματα. Από αυτά προέρχονται τα περισσότερα τυχαία ευρήματα επιφανείας. Αρχές της άνοιξης επιστρέφαν στο χωριό. Οι χειμώνες στην κεντρική Πελοπόννησο είναι δρυμείς, σκληροί και συχνότατα ανυπόφοροι.
Η πλειονότητα των ερευνητών (βλ. βιβλιογραφικές παραπομπές σε: Galanis 2022 κάτωθι) πιστεύει οτι τα "χειμαδιά" ελάμβαναν χώρα στον ελλαδικό χώρο ήδη από την Νεολιθική Εποχή. Μόνο η αρχαιολόγος Α. Ντουζουγκλή [Άρια Αργολίδος. Αρχ. Δελτίον Suppl. 66 (Αθήνα 1998) σελ. 151-154] είναι της άποψης οτι η αφετηρία των μετακινήσεων του είδους πρέπει να τοποτεθείται στην Οθωμανοκρατία. Αυτό βέβαια είναι ενα ενδιαφέρον ζήτημα, το οποίο χρήζει περαιτέρω διερεύνησης. Για να υποστηριχτούν όμως επιχειρήματα είτε για την μια (υποστήριξη - αποδοχή) είτε για την άλλη πλευρά (αναίρεση - άρνηση), θα πρέπει να υπάρξουν δεδομένα. Ναι μεν έχουμε τις προφορικές διηγήσεις ντόπιων, αλλά αυτές αφορούν τον 20ο αιώνα. Τι στοιχεία έχουμε για αρχαιότερες εποχές; Μπορεί να είναι τα σκόρπια όστρακα από τις επιφανειακές έρευνες ισχυρά αποδεικτικά στοιχεία περί "χειμαδιών" στην αρχαιότητα;
ΒΙΒΛΙΟΓΡΑΦΙΑ
Galanis, P. Das arkadische Orchomenos in der Antike (Berlin 2022) σελ. 94 υποσημ. 966-967. Ηλ/κη δημοσίευση στην ιστοσελίδα της παν/κης βιβλιοθήκης του Humboldt-Universität zu Berlin.



Keine Kommentare:
Kommentar veröffentlichen